Τα συντάγματα της Επανάστασης του 1821: ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά

Του Ανδρέα Χριστοφή*

Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι ο σχολιασμός των συνταγματικών κειμένων της Ελληνικής Επανάστασης από το 1821 μέχρι το 1827, δηλαδή από τα πρώτα τοπικά πολιτεύματα μέχρι και την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως κυβερνήτη της Ελλάδας. Στον ελληνικό χώρο προϋπήρξαν της Επανάστασης τα τρία συντάγματα της Ιονίου Πολιτείας, αλλά και το ανεφάρμοστο πολίτευμα του Ρήγα Βελεστινλή.[1] Η αναγγελία της έναρξης του αγώνα στη νότια Ελλάδα έγινε από τη Μεσσηνιακή Σύγκλητο και τον Πέτρο Μαυρομιχάλη, στις 23 Μαρτίου 1821, στην Καλαμάτα. Με τον τίτλο «Προειδοποίησις» οι Έλληνες ζητούσαν τη βοήθεια των ευρωπαϊκών δυνάμεων:

Ο ανυπόφορος ζυγός της οθωμανικής τυραννίας εις το διάστημα ενός και επέκεινα αιώνος, κατήντησεν εις μίαν ακμήν, ώστε να μη μείνη άλλο εις τους δυστυχείς Πελοποννησίους Γραικούς, ειμή μόνον πνοή˙ και αυτή δια να ωθή κυρίως τους εγκαρδίους των αναστεναγμούς˙ εις τοιαύτην όντες αθλίαν κατάστασιν, στερημένοι από όλα τα δίκαιά μας, με μίαν γνώμην ομοφώνως απεφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα, και να ορμήσωμεν κατά των τυράννων˙ πάσα προς αλλήλους μας φατρία και διχόνοια, ως καρποί της τυραννίας, απερρίφθησαν εις τον βυθόν της λήθης, και άπαντες πνέομεν πνοήν ελευθερίας˙ αι χείρες ημών αι δεδομέναι μέχρι του νυν από τας σιδηράς αλύσους της βαρβαρικής τυραννίας, ελύθησαν ήδη και υψώθησαν μεγαλοψύχως και έλαβον τα όπλα προς μηδενισμόν της βδελυράς τυραννίας˙ οι πόδες ημών οι περιπατούντες εν νυκτί και ημέρα εις τας ενηγκαρεύσεις της ασπλαγχνίας τρέχουν εις απόκτησιν των δικαιωμάτων μας˙ η κεφαλή μας η κλίνουσα τον αυχένα υπό τον βαρύτατον ζυγόν, τον απετίναξεν και άλλο δεν φρονεί, ειμή την ελευθερίαν˙ η γλώσσα μας η αδυνατούσα εις το να προφέρη λόγον, εκτός των ανωφελών παρακλήσεων, προς εξιλέωσιν των βαρβάρων τυράννων, τώρα μεγαλοφώνως φωνάζει και κάμνει να αντηχή ο αήρ το γλυκύτατον όνομα της ελευθερίας˙ εν ενί λόγω όλοι απεφασίσαμεν ή να ελευθερωθώμεν, ή να αποθάνωμεν. Τούτου ένεκεν προσκαλούμεν επιμόνως την συνδρομήν και βοήθειαν όλων των εξευγενισμένων ευρωπαϊκών γενών, ώστε να δυνηθώμεν να φθάσωμεν ταχύτερον εις τον ιερόν και δίκαιον σκοπόν μας, και να λάβωμεν τα δίκαιά μας, να αναστήσωμεν το τεταλαιπωρημένον ελληνικόν γένος μας˙ δικαίω τω λόγω η μήτηρ μας Ελλάς, εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε, απαιτεί ως εν τάχυ την φιλάνθρωπον συνδρομήν σας, και δια χρημάτων, και δια όπλων, και δια συμβουλής, της οποίας, είμεθα ευέλπιδες, ότι θέλει αξιωθώμεν˙ και ημείς θέλομεν σας ομολογή άκραν υποχρέωσιν, και εν καιρώ θέλομεν δείξει και πραγματικώς την υπέρ της συνδρομής σας ευγνωμοσύνην μας.[2]

Μετά τις πρώτες νικηφόρες μάχες των Ελλήνων, συγκροτήθηκαν αρκετές τοπικές συνελεύσεις και τα σημαντικότερα τοπικά πολιτεύματα υπήρξαν ο Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο οποίος ψηφίστηκε στο Μεσολόγγι στις 9 Νοεμβρίου 1821, από συνέλευση 33 αντιπροσώπων που συγκάλεσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, η οποία ψηφίστηκε στην Άμφισσα στις 15 Νοεμβρίου 1821, από συνέλευση 70 προκρίτων που συγκάλεσε ο Θεόδωρος Νέγρης και ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ο οποίος ψηφίστηκε στην Επίδαυρο, στις 27 Δεκεμβρίου 1821, από συνέλευση 24 προκρίτων υπό την προεδρία του Δημήτριου Υψηλάντη.[3] Τα τοπικά πολιτεύματα προέβλεπαν τη συγκρότηση αντιπροσωπευτικών σωμάτων (Γερουσία στη Δυτική Στερεά και την Πελοπόννησο, Άρειος Πάγος στην Ανατολική Στερεά) για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων.[4] Ο Αριστόβουλος Μάνεσης παρατηρούσε ότι τα τοπικά πολιτεύματα θεσπίστηκαν από τους προκρίτους και τους ανώτερους κληρικούς για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους, ενώ ο Αλέξανδρος Σβώλος θεωρούσε οτι περιέχουν ατελώς τις αρχές της αυτοδιάθεσης και της ατομικής ελευθερίας. Αξίζει να σημειωθεί οτι η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Στερεάς είναι το μόνο συνταγματικό κείμενο της επαναστατικής περιόδου στο οποίο υπάρχει αναφορά στον βασιλικό θεσμό, ο οποίος θα έπρεπε να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας περιορισμένης συνταγματικής μοναρχίας.[5]

Η Α’ Εθνική Συνέλευση συγκλήθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1821 από τους 59 αντιπροσώπους που είχαν εκλεγεί από τις τοπικές γερουσίες, τη δε πλειοψηφία είχαν οι Στερεοελλαδίτες και οι Νησιώτες.[6] Την 1η Ιανουαρίου 1822 η Συνέλευση ψήφισε το πρώτο σύνταγμα με τίτλο «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», ή «Οργανικόν Νόμον» ,όπως το αποκαλούσε και, αφού δικαιολόγησε την Επανάσταση, εξήγγειλε τους σκοπούς της με σκοπό να αποκρούσει τις κατηγορίες για συγγένεια με τα άλλα ευρωπαϊκά κινήματα, κηρύσσοντας την ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους στο πρότυπο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας της 4ης Ιουλίου 1776 των ΗΠΑ.[7] Στη διατύπωση του συντάγματος συνέβαλαν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Θεόδωρος Νέγρης και ο Ιταλός φιλέλληνας Vincenzo Gallina.[8] Το σύνταγμα αποτελείτο από 110 σύντομες παραγράφους, κατανεμημένες σύμφωνα με το γαλλικό πρότυπο σε τίτλους και τμήματα. Στην αρχή της ισότητας, ήταν αφιερωμένες τουλάχιστον τέσσερις παράγραφοι, ενώ τα άλλα ατομικά δικαιώματα (ιδιοκτησία, ασφάλεια, ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης) εξαγγέλθηκαν λακωνικά.[9]

Στις διατάξεις «Περί Θρησκείας» και «Περί των Γενικών Δικαιωμάτων των κατοίκων της Επικρατείας της Ελλάδος» η επίδραση των αντίστοιχων γαλλικών διατάξεων είναι εμφανής. Ως επίσημη θρησκεία ορίστηκε η Ανατολική Ορθόδοξη Χριστιανική, αλλά επιδείχθηκε ανοχή και σε κάθε άλλη θρησκεία. Επίσης, τα δικαιώματα του Έλληνα πολίτη αποδόθηκαν μόνο στους αυτόχθονες χριστιανούς, διατύπωση που δεν επαναλήφθηκε στα επόμενα συντάγματα της Επανάστασης.[10] Όσον αφορά τη μορφή του πολιτεύματος σύμφωνα με τον Νικόλαο Δραγούμη «πάντες επεπόθουν βασιλέα», όμως δεν λήφθηκε καμία σχετική απόφαση.[11] Η καθιέρωση αβασίλευτου πολιτεύματος, αποτελούσε ευρωπαϊκή εξαίρεση, και για να αμβλυνθούν οι αρνητικές εντυπώσεις, προτιμήθηκε ο τίτλος «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος».[12]

Το σύνταγμα δέχθηκε τόσο θετικές όσο και αρνητικές κριτικές, από σύγχρονους αλλά και μεταγενέστερους μελετητές του. Ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν οτι το σύνταγμα δεν ανταποκρινόταν στις πραγματικές ανάγκες της εποχής, αλλά αποτελούσε θεωρητικό προκατασκεύασμα των λογίων ή των ολιχαρχικών οι οποίοι προστάτευαν τα συμφέροντα τους.[13] Παράλληλα τονίζεται ότι δεν ήταν πρωτότυπο, αφού δεν στηριζόταν στους ελληνικούς θεσμούς αυτοδιοίκησης της οθωμανικής περιόδου, αλλά συντάχθηκε κατά μίμηση ξένων πολιτευμάτων. Ωστόσο, διατήρησε τις τοπικές γερουσίες και γι’αυτό τον λόγο δέχθηκε την κριτική πως αποτέλεσε βάση για πολυαρχία σε κρίσιμες στιγμές που απαιτούσαν συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης.[14]

Αντίθετα, ορισμένοι, νομικοί κυρίως, αντιμετώπισαν πιο θετικά το σύνταγμα προσπαθώντας να εντοπίσουν και να ερμηνεύσουν τις δημοκρατικές διατάξεις του και να τονίσουν τις – έστω και αόριστα διατυπωμένες – φιλελεύθερες ιδέες του.[15] Είναι σαφές ότι στις κύριες γραμμές του το «Προσωρινό Πολίτευμα» ακολούθησε το γαλλικό σύνταγμα της Συμβατικής Συνέλευσης του Αυγούστου του 1795. Άν και υπήρχε σαφής διαχωρισμός της δικαστικής εξουσίας, οι αρμοδιότητες της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας συγχέονταν.[16] Τόσο το σύνταγμα, όσο και η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας που το συνόδευε, απηχούσαν τα προτάγματα του Διαφωτισμού για φιλελεύθερους και δημοκρατικούς θεσμούς. Η ψήφιση του συντάγματος προκάλεσε τον κριτικό σχολιασμό των θεμελιωδών διατάξεων του από τον Αδαμάντιο Κοραή.[17]

Βασικό χαρακτηριστικό του Προσωρινού Πολιτεύματος ήταν η ξεκάθαρη αντίθεση του στην απολυταρχία. Στη διακήρυξη της Εθνικής Συνέλευσης της 15ης Ιανουαρίου 1822, προβλήθηκε ως ο σκοπός της Επανάστασης τόσο η εθνική αποκατάσταση, όσο και η εξασφάλιση των φυσικών δικαίων του ανθρώπου.

(…) Ο κατά των Τούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζηται εις αρχάς τινας δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος ελληνικού έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος, του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Ευρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των οθωμανών τυραννία επροσπάθησε με βίαν ν’αφαιρέση και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη.[18]

Η Β’ Εθνική Συνέλευση συγκλήθηκε στις 29 Μαρτίου 1823 στο Άστρος[19] και οι πληρεξούσιοι ορκίστηκαν την επόμενη μέρα να ξεκινήσουν οι εργασίες της.[20] Δικαίωμα συμμετοχής είχαν τα μέλη της προηγούμενης διοίκησης καθώς και όσοι θα εκλέγονταν ως πληρεξούσιοι σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο. Στη Β’ Εθνική Συνέλευση η κινητικότητα των προσώπων ήταν πιο έντονη και η κοινωνική αντιπροσωπευτικότητα ευρύτερη. Συνολικά συμμετείχαν 282 άτομα με βάση τον κατάλογο των προσώπων που υπέγραψαν το «Προσωρινόν Πολίτευμα» και όσων υπέγραψαν τις άλλες πράξεις και δεν συμπεριλαμβάνονται στον πρώτο κατάλογο.[21] Οι 243 από τους 282 εμφανίζονται για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή το 1823 και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η Β’ Εθνική Συνέλευση αποτέλεσε σημαντική στιγμή της Επανάστασης, ενώ συγκριτικά με την Α’ Εθνική Συνέλευση, υπήρξε αύξηση των ατόμων με καταγωγή από την Πελοπόννησο σε αντίθεση με τα άτομα από τη Στερεά Ελλάδα. Όσον αφορά την κοινωνική σύνθεση της Συνέλευσης, η υπεροχή των προκρίτων ήταν δεδομένη, αλλά σημειώθηκε άνοδος των στρατιωτικών.[22]

Ενώ οι πρόκριτοι απέβλεπαν στη συγκρότηση ολιχαρχικής κυβέρνησης, οι στρατιωτικοί ζητούσαν αναθεώρηση του «Προσωρινού Πολιτεύματος» και εισαγωγή περισσότερων δημοκρατικών θεσμών.[23] Η συνέλευση αποδέχθηκε το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», αλλά τον Απρίλιο του 1823 ψήφισε την κατάργηση των τοπικών γερουσιών[24] με βασικό στόχο την ενίσχυση της κεντρικής κυβέρνησης,[25] εντάσσοντας έτσι την πολιτειακή οργάνωση του έθνους σε μια προοπτική ενιαίου και οχι ομοσπονδιακού κράτους.[26] Όπως και στην Επίδαυρο, έτσι και στο Άστρος, είχαν προωθηθεί ιδέες για εισαγωγή μοναρχικού πολιτεύματος αλλά λόγω του ανταγωνισμού πολιτικών και στρατιωτικών, δεν υιοθετήθηκε στο αναθεωρημένο σύνταγμα.[27] Ταυτόχρονα, η Συνέλευση ψήφισε την εξασφάλιση εθνικών κτημάτων, την κατάργηση τοπικών διοικήσεων, την οργάνωση των οικονομικών[28] και τη βελτίωση της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, απαγορεύοντας ρητά τη δουλεία και καθιερώνοντας την ελευθερία του Τύπου. Σημαντική απόφαση της Συνέλευσης υπήρξε η έκδοση του ψηφίσματος ΚΘ’, τον Απρίλιο του 1823, με την οποία διακηρυσσόταν για πρώτη φορά η νομική υπεροχή και η αυξημένη τυπική ισχύς του συντάγματος αφού «(…) επ’ουδεμία προφάσει και περιστάσει δύναται η Διοίκησις να νομοθετήση εναντίως εις το παρόν πολίτευμα».[29] Το έργο της Β’ Εθνικής Συνέλευσης υπήρξε σημαντικό διότι τα μέλη της θεωρούσαν ότι έπρεπε να διαφυλαχθούν οι θεμελιώδεις αρχές του «Προσωρινού Πολιτεύματος» ως «αποδεδειγμένως λαοσώοι».[30]

Η επιθυμία για ανεξάρτητο κράτος επαναλήφθηκε και στη Διακήρυξη της Β’ Εθνικής Συνέλευσης: «(…) να ανεξαρτηθώμεν εντελώς έθνος χωριστόν, αυτόνομον και ανεξάρτητον αναγνωριζόμενοι, δια την δόξαν της αγίας ημών πίστεως και την ευτυχίαν των ανθρώπων». Παράλληλα, η προσήλωση στους ευρωπαϊκούς πνευματικούς ορίζοντες καθώς και στον υποβοηθητικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει για το ελληνικό ζήτημα ήταν ολοφάνερη: «(…) καθώς και περί του σκοπού του έθνους να επαναλάβη τα οποία έχασε φώτα, ρυθμιζόμενον κατά τα λοιπά σοφά της Ευρώπης έθνη, από των οποίων την φιλανθρωπίαν ελπίζει το ελληνικόν έθνος πάσαν συνδρομήν και βοήθειαν (…)».[31] Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να λεχθεί και το σημαντικότερο στοιχείο που προκύπτει μέσα από τις εργασίες της Β’ Εθνικής Συνέλευσης. Για πρώτη φορά καταγράφηκε στο Άστρος η αντίθεση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων Ελλήνων, αντίθεση η οποία επρόκειτο να χαρακτηρίσει ολόκληρο τον 19ο αιώνα.[32] Η Β’ Εθνική Συνέλευση έληξε τις εργασίες της στις 18 Απριλίου 1823.[33]

Οι εργασίες της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν λίγες ημέρες πριν την πτώση του Μεσολογγίου, στις 6 Απριλίου 1826, στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο), από 127 αντιπροσώπους. Μετά από πολλές περιπέτειες που αφορούσαν και την έδρα της, η Γ’ Εθνική Συνέλευση τελικά συνήλθε στην Τροιζήνα στις 19 Μαρτίου 1827, ενώ στις 2 Απριλίου αποφάσισε να παραδόσει την εκτελεστική εξουσία σε ένα και μόνο άτομο και εξέλεξε ομόφωνα κυβερνήτη της Ελλάδας τον Ιωάννη Καποδίστρια, με επτάχρονη θητεία και με εντολή να κυβερνήσει «κατά τους καθεστώτας νόμους».[34] Προτιμήθηκε ο όρος κυβερνήτης αντί του όρου πρόεδρος για να μην προσληφθεί ο τρόπος οργάνωσης της πολιτείας ως ρεπουμπλικανικός και έτσι να παραμείνει σε εκκρεμότητα η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους. Ακολούθως διορίστηκε επιτροπή και την 1η Μαΐου 1827 η Συνέλευση ψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το οποίο αποτελεί το κορυφαίο δείγμα δημοκρατικού πολιτεύματος αφού στο 5ο άρθρο, στο οποίο συνέβαλε καθοριστικά ο Α. Μαυροκορδάτος, καθιερώθηκε ολοκληρωμένα η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

Οι 169 πληρεξούσιοι που υπέγραψαν το σύνταγμα είχαν εκλεγεί απο ένα ευρύ, για τα διεθνή δεδομενα της εποχής, εκλογικό σώμα.[35] Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» ήταν το πρώτο που αυτοχαρακτηριζόταν ως τέτοιο[36] και με την επανάληψη της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας η Συνέλευση αυτόματα περιόρισε τους όρους του συμβιβασμού με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[37] Το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το τρίτο κατά σειρά της επανάστασης, υπήρξε το πιο φιλελεύθερο και το πιο δημοκρατικό απο όλα, δεν ήταν όμως δυνατόν να εφαρμοστεί κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές.[38]

Ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος επιβεβαιώνεται και από τις διατάξεις που καθιέρωσαν την ισότητα ενώπιον του νόμου, τη δυνατότητα όλων των Ελλήνων να κατέχουν δημόσιες θέσεις, την αναλογική κατανομή των φόρων και την απαγόρευση παντός τίτλου ευγενείας.[39] Ως θεμελιώδεις βάσεις του πολιτεύματος καθορίστηκαν το κοινοβουλευτικό σύστημα και η διάκριση των εξουσιών.[40] Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος προκύπτει και από την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, όπως της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας απέναντι σε αυθαίρετες διώξεις, της ελευθερίας της γνώμης, της εκπαίδευσης, του Τύπου, της θρησκευτικής συνείδησης και λατρείας και του απαραβίαστου της ιδιοκτησίας.[41]

Το νέο σύνταγμα δεν χρησιμοποίησε κάποιο ξένο συνταγματικό πρότυπο, αλλά πήρε ιδέες τις οποίες προσαρμοσε στην ελληνική πραγματικότητα. Υπήρξε τόσο προοδευτικό και πλήρες ώστε, κατά μία άποψη, επέδρασε τόσο στην κατάρτιση του βελγικού συντάγματος του 1830 όσο και στου γαλλικού συντάγματος της εποχής.[42] Από την άλλη, το εσωτερικό πολιτικό κλίμα και οι διεθνείς πιέσεις της εποχής της παλινόρθωσης συνέτειναν ώστε η θεσμική έκφραση των ελληνικών επιδιώξεων να μεταβληθεί, αφού το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», αν και επαναλάμβανε τις προηγούμενες δημοκρατικές αρχές, διαμορφώθηκε για να καθιερώσει τη διακυβέρνηση του Ι. Καποδίστρια.[43] Το όραμα της ίδρυσης έθνους- κράτους με αντιπροσωπευτικούς θεσμούς διατυπώθηκε επιγραμματικά στη Διακήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και προτάχθηκε ως προοίμιο και των τριών συνταγμάτων της επαναστατικής περιόδου:

 Το Ελληνικόν έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας, και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων Παραστατών του, εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, “την Πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν”.[44]

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι συντάκτες αυτοπροσδιορίζονταν ως έθνος μέσα από την διεκδίκηση της πολιτικής ελευθερίας. Το αίτημα για εθνική και πολιτική ελευθερία εμπλουτίστηκε με τα ανθρωπιστικά ιδεώδη της αρχαιοελληνικής παιδείας, τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό και τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης.[45] Οι απόψεις για τη μορφή του πολιτεύματος διατυπώνονταν από μια μικρή ομάδα πολιτικών της εποχής, από εκείνους που εξέφραζαν τις επίσημες θέσεις των επαναστατημένων, και που ήταν ικανοί να εκτιμήσουν τα κοινά συμφέροντα και να στηρίξουν το πιο ωφέλιμο και αναγκαίο πολίτευμα για το έθνος.[46]

 Η συμβολή των λογίων

Στις εργασίες των Εθνικών Συνελεύσεων, όπως και στις προηγούμενες των τοπικών σωμάτων, έλαβαν μέρος και προσέφεραν τις πολύτιμες υπηρεσίες τους οι αντιπρόσωποι της πνευματικής ηγεσίας του έθνους, ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Άνθιμος Γαζής, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο Θεόφιλος Καΐρης και άλλοι.[47] Οι δυτικόφρονες διανοούμενοι αποτελούσαν μικρή μειοψηφία και εξαιτίας των ιδεών τους δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Εντούτοις, η συμμετοχή τους στις πολιτικές διεργασίες του ελληνικού εθνικού κινήματος έγινε αισθητή λόγω της μόρφωσης, της πολιτικής εμπειρίας και της γνώσης των διεθνών σχέσεων. Όπως εύστοχα παρουσιάζεται:

 (…) διατύπωσαν τις ιδεολογικές επιδιώξεις του αγώνα της ανεξαρτησίας με τους όρους του δικού τους πολιτικού φιλελευθερισμού και κατάφεραν να διαμορφώσουν τους θεσμούς της νέας πολιτείας σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα οργάνωσης του κράτους, παρά την εναντίωση παγιωμένων συμφερόντων και ισχυρών ομάδων που ήθελαν να διατηρήσουν την παραδοσιακή φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας και απλώς να αντικαταστήσουν τους Οθωμανούς στην ασκηση της εξουσίας.[48]

Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του Α. Κοραή, τόσο κατά την προεπαναστατική περίοδο, όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, σε σχέση με τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του ελληνικού εθνικού κινήματος. Σύμφωνα με τον Α. Κοραή, οι Έλληνες έπρεπε να αναβάλουν την εξέγερση τους ως τη στιγμή που η εμφάνιση κατάλληλων συνθηκών στην Ελλάδα θα εξασφάλιζε με βεβαιότητα τη μετάβαση από τον δεσποτισμό στο πολιτικό σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, το οποίο οραματιζόταν η τελευταία γενεά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.[49] Παράλληλα, ο Α. Κοραής προχώρησε σε κριτικό σχολιασμό του «Προσωρινού Πολιτεύματος» εκδίδοντας σχετικό βιβλίο στο οποίο, μεταξύ άλλων, έγραφε:

(…) αφού οι Έλληνες λάβωσιν άνεσιν από τους κατά του τυράννου πολέμους, δια να συντάξωσιν οριστικώς την μέλλουσαν αυτών πολιτείαν, να την συντάξωσιν ακολουθούντες κατά πάντα το πολιτικόν σύστημα των Αγγλοαμερικανών, σύστημα, μαρτυρούμενον και από την κρίσιν όλων των πολιτικών φιλοσόφων, και από την ισχυροτέραν πάσης αποδείξεως, την πείραν, ότι είναι παρά τας σημερινάς όλας ευνομουμένας πολιτείας το τελειότερον. (…) ως είναι σήμερον το Ελληνικόν έθνος επιθυμεί να συντάξη πολιτείαν, και πολιτείαν αβασίλευτον, έχει πρό οφθαλμών του έτοιμον παράδειγμα, ν’ ακολουθήση: της Αγγλαμερικανικής πολιτείας το σύνταγμα.[50]

Παράλληλα σχολίασε άρθρο προς άρθρο το σύνταγμα εντοπίζοντας τόσο τις φιλελεύθερες του τάσεις, όσο και τις αδυναμίες του με στόχο τη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου που θα ευνοούσε την ισότητα ως αναγκαία βάση της δημοκρατικής πολιτείας, και τάχθηκε κατά της μοναρχίας ως πολιτειακής επιλογής.[51]

Σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του εκτελεστικού, Γεώργιο Κουντουριώτη, στις 12 Φεβρουαρίου 1825, ο Α. Κοραής υποστήριξε ότι:

 (…) Εις την παρούσαν της Ελλάδος κατάστασιν το μόνον πολιτικόν σύνταγμα συμφέρον εις αυτήν είναι το Αγγλαμερικανών το σύνταγμα (…) Η Ελλάς πρέπει να είναι συνδεμένη εις εν μόνον πολιτικόν σώμα αλλά τρεφόμενον και ζωογούμενον από πόσην ελευθερίαν, όσην χαίρεται πάσα μία από τας εικοσιτέσσαρας συμμαχικάς των Αγγλαμερικανών Πολιτείας (…) Οποίον Έθνος ευρισκόμενον εις τοιαύτην κατάστασιν και χρόνου εποχήν τοιαύτην, διαλέξη άλλο είδος πολιτείας παρά το των Αγγλαμερικανών, πράττει το αυτό, ως και να ήθελε να τρέφεται ακόμη με βαλανίδια, μετά την εύρεσιν του άρτου.[52]

Τις απόψεις του Α. Κοραή σχολίασε ο Εμμανουήλ Σπυρίδων στο «Σχέδιον οργανισμού του άτακτου στρατιωτικού της Ελλάδος» το 1826, ρωτώντας:

 (…) Πως είναι δυνατόν να ευρεθή το φρόνημα του Αμερικανού πολίτου εις ένα Έλληνα όστις χθες ακόμη τινάξας τον τυραννικόν ζυγόν του Σουλτάνου, ζυμωμένος με τας Τουρκικάς κακοήθειας και μη γνωρίζων εισέτι ούτε την σημασίαν της Δημοκρατίας ούτε τα χρέη και δικαιώματα του δημοκρατικώς διοικουμένου πολίτου;[53]

Επιπρόσθετα, και ο ίδιος ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Thomas Jefferson, υποστήριξε σε αλληλογραφία του με τον Α. Κοραή ότι οι Έλληνες δεν έπρεπε να αντιγράψουν το πολίτευμα των ΗΠΑ διότι η χώρα του ήταν μεγάλη σε έκταση και με ομοσπονδιακή μορφή, ενώ η Ελλάδα ήταν μια μικρή χώρα με ενιαίο σύστημα διοίκησης. Ωστόσο, πρότεινε την υιοθέτηση ορισμένων βασικών συνταγματικών αρχών, όπως η ανεξιθρησκία, η προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, η ελευθερία του Τύπου και άλλα. Είναι αξιοσημείωτο ότι ορισμένες αρμοδιότητες του κυβερνήτη προσομοιάζουν με αυτές του Αμερικανού προέδρου, όπως για παράδειγμα η αρμοδιότητα της συνομολόγησης διεθνών συνθηκών και η σύγκληση της βουλής σε έκτακτη ανάγκη.[54]

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση εξέφρασε σε ειδικό επίσημο έγγραφο τον σεβασμό και την εκτίμηση του μαχόμενου έθνους προς τον κύριο εκφραστή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, τον Α. Κοραή. Το ελληνικό έθνος:

 (…) καταφιλεί τα χρυσά σου λόγια, τα σοφά σου παραγγέλματα ֹ֗ συνομιλεί μετα βιβλία σου και φωτίζει το πνεύμα και την καρδία του, ευχόμενον να μη παύσης, του να κοινοποιής, τ’ αγαθά σου φρονήματα εις τους συμπολίτας σου, συμβουλεύων τα κοινή συμφέροντα.[55]

Τέλος, στα συντάγματα της Επανάστασης εντοπίζεται και η βυζαντινή παράδοση αφού στο κεφάλαιο «Περί του Δικαστικού» κατοχυρώνεται ότι:

Άχρι της κοινοποιήσεως των ειρημένων Κωδήκων αι πολιτικαί και εγκληματικαί διαδικασίαι βάσιν έχουσι τους Νόμους των αειμνήστων Χριστιανών ημών Αυτοκρατόρων, και τους παρά του Βουλευτικού και Εκτελεστικού σώματος εκδιδομένους Νόμους˙ δια δε τα εμπορικά, ο εμπορικός της Γαλλίας Κώδηξ μόνος ισχύει εις την Ελλάδα.[56]

Συμπεράσματα

Ο πολιτικός σκοπός της Επανάστασης του 1821 υπήρξε η συγκρότηση ενός ανεξάρτητου εθνικού κράτους, ως προς τις σχέσεις του με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και η δημιουργία μιας ευνομούμενης δημοκρατικής πολιτείας με διάκριση των εξουσιών και κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Η στροφή προς το αρχαίο ελληνικό παρελθόν ήταν, για τους επαναστατημένους Έλληνες, στρατηγικής σημασίας, αφού κατάφεραν να κερδίσουν το ενδιαφέρον της Ευρώπης μέσω του κινήματος του φιλελληνισμού. Παράλληλα έγινε κατορθωτή η σύνδεση των αρχαίων και των νεότερων Ελλήνων μέσω της γλώσσας, αφήνοντας τον συνδετικό κρίκο του Βυζαντίου, μόνο μέσα από τη θρησκευτική και εθιμική παράδοση.

*Ο Ανδρέας Χριστοφή γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1992. Έχει λάβει πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας με κατεύθυνση στην Ιστορία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και μεταπτυχιακό Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα, ενώ τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στις ιδεολογικές καταβολές και τις πολιτικές συνιστώσες του ελληνικού εθνικού κινήματος, και ειδικότερα στην πορεία του κυπριακού ενωτικού κινήματος. Επιπρόσθετα μελετά την πολιτική ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και την τοπική ιστορία.

[1] Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 52014, σσ. 37-40.

[2] (Χωρίς όνομα συγγραφέα), «Η πρώτη διοικητική οργάνωση των ελεύθερων περιοχών (Μάρτιος-Μάιος)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 128.

[3] Γιώργος Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας 1821-1941, Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2001, σ. 6.

[4] Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα, ό.π., σ. 43.

[5] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σ. 7.

[6] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ε’, χ.ε., Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 741-742.

[7] Στο ίδιο, σ. 745-746. Κατά τον Dakin το σύνταγμα ψηφίστηκε στις 6 Ιανουαρίου αλλά προχρονολογήθηκε με ημερομηνία 1 Ιανουαρίου 1822 βλ. Douglas Dakin, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, μετάφραση: Ρένα Σταυρίδη – Πατρικίου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 21989, σ. 117.

[8] Dakin, Ο αγώνας. ό.π., σ. 117.

[9] Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα, ό.π., σ. 43.

[10] Βακαλόπουλος, Ιστορία, ό.π., τόμος Ε’, σσ. 746-747. Αλέξανδρος Σβώλος, Τα ελληνικά συντάγματα 1822-1975/1986, εισαγωγή – επιμέλεια – σχόλια: Λουκάς Αξελός, Στοχαστής, Αθήνα 21998, σσ. 107-108.

[11] Ελπίδα Βόγλη, «“Πολίτευμα ευρωπαϊκόν”: Απόψεις για το πολίτευμα των Ελλήνων κατά τον Αγώνα (1821-1827)», Ελληνικά, τόμος 49ος, τεύχος 2ο, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 357.

[12] Βασίλειος Βλ. Σφυρόερας, «Σταθεροποίηση της επαναστάσεως 1822-1823», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 213.

[13] Βακαλόπουλος, Ιστορία, ό.π., τόμος Ε’, σσ. 743-744.

[14] Στο ίδιο, σσ. 755-756.

[15] Στο ίδιο, σ. 744.

[16] Dakin, Ο αγώνας, ό.π., σσ. 117-118.

[17] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μετάφραση: Στέλλα Νικολούδη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996, σ. 468.

[18] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821 – 1832, τόμος 3ος, Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1971, σ. 40.

[19] Dakin, Ο αγώνας, ό.π., σ. 136.

[20] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος ΣΤ’, χ.ε., Θεσσαλονίκη 1982, σ. 390.

[21] Τόνια Κιουσοπούλου, «Η ταυτότητα των μελών της Β’ Εθνοσυνέλευσης», στο Η Επανάσταση του 1821, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1994, σσ. 63-66.

[22] Στο ίδιο, σσ. 70-73.

[23] Βακαλόπουλος, Ιστορία, ό.π., τόμος ΣΤ’, σ. 387.

[24] Dakin, Ο αγώνας, ό.π., σ. 137.

[25] Βακαλόπουλος, Ιστορία, ό.π., τόμος ΣΤ’, σ. 390.

[26] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σσ. 13-14

[27] Βακαλόπουλος, Ιστορία, ό.π., τόμος ΣΤ, σσ. 394-396.

[28] Στο ίδιο, σ. 405.

[29] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ό.π., σ. 98.

[30] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σσ. 13-14.

[31] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ό.π., σ. 143.

[32] Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα, ό.π., σ. 49.

[33] Ιωάννης Γιαννόπουλος, «Η Επανάσταση κατά το 1823», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σσ. 297-299.

[34] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, ό.π., σ. 585.

[35] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σσ.15-16, Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα, ό.π., σσ. 52-53.

[36] Αλιβιζάτος, Το Σύνταγμα, ό.π., σ. 54.

[37] (Χωρίς όνομα συγγραφέα), «Η Επανάσταση κατά το 1827», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σσ. 439-440.

[38] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ’, χ.ε, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 709.

[39] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σ. 17.

[40] (Χωρίς όνομα συγγραφέα), «Η Επανάσταση», ό.π., σ. 439.

[41] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σ. 17.

[42] (Χωρίς όνομα συγγραφέα), «Η Επανάσταση», ό.π., σ. 440. Για τις νομικές πτυχές των συνταγμάτων βλ. Νικόλαος Πανταζόπουλος, «Η Δικαιοσύνη», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2000, σσ. 593-599.

[43] Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός, ό.π., σσ. 468-469.

[44] Σβώλος, Τα ελληνικά, ό.π., σσ. 107,121. Το προοίμιο του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος παρουσιάζεται ελαφρώς διαφοροποιημένο από τα δύο προηγούμενα αλλά επαναλαμβάνεται το αίτημα της ανεξαρτησίας., βλ. Στο ίδιο, σ. 135.

[45] Αναστασιάδης, Πολιτική, ό.π., σσ. 9-10.

[46] Βόγλη, «Πολίτευμα», ό.π., σ. 354.

[47] Βακαλόπουλος, Ιστορία, ό.π., τόμος Ε’, σ. 743.

[48] Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός, ό.π., σ. 467.

[49] Στο ίδιο, σσ. 407-408.

[50] Αδαμάντιος Κοραής, Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822 έτους, επιμέλεια Θεμ. Π. Βολίδης, Αθήνα 1933, σσ. 39-40.

[51] Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός, ό.π., σ. 421.

[52] Γιώργος Αναστασιάδης, Δημοκρατικοί θεσμοί και πολιτικός λόγος στην ελληνική συνταγματική ιστορία, Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1989, σ. 16.

[53] Στο ίδιο, σσ. 18-19.

[54] Στο ίδιο, σσ. 19-22.

[55] Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός, ό.π., σ. 422.

[56] Σβώλος, Τα ελληνικά, ό.π., σ. 119.

Βιβλιογραφία

(Χωρίς όνομα συγγραφέα), «Η Επανάσταση κατά το 1827», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σσ. 439-440.

(Χωρίς όνομα συγγραφέα), «Η πρώτη διοικητική οργάνωση των ελεύθερων περιοχών (Μάρτιος-Μάιος)», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σσ. 128-129.

Dakin Douglas, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, μετάφραση: Ρένα Σταυρίδη – Πατρικίου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 21989.

Αλιβιζάτος Νίκος Κ., Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 52014.

Αναστασιάδης Γιώργος, Δημοκρατικοί θεσμοί και πολιτικός λόγος στην ελληνική συνταγματική ιστορία, Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1989.

Αναστασιάδης Γιώργος, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας 1821-1941, Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2001.

Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832, τόμος 3ος, Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1971.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ε’, χ.ε., Θεσσαλονίκη 1980.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος ΣΤ’, χ.ε., Θεσσαλονίκη 1982.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ζ’, χ.ε, Θεσσαλονίκη 1986.

Βόγλη Ελπίδα, «“Πολίτευμα ευρωπαϊκόν”: Απόψεις για το πολίτευμα των Ελλήνων κατά τον Αγώνα (1821-1827)», Ελληνικά, τόμος 49ος, τεύχος 2ο, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1999, σσ. 347-365.

Γιαννόπουλος Ιωάννης, «Η Επανάσταση κατά το 1823», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σσ. 297-299.

Κιουσοπούλου Τόνια, «Η ταυτότητα των μελών της Β’ Εθνοσυνέλευσης», στο Η Επανάσταση του 1821, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1994, σσ. 63-92.

Κιτρομηλίδης Πασχάλης Μ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός: οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μετάφραση: Στέλλα Νικολούδη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996.

Κοραής Αδαμάντιος, Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822 έτους, επιμέλεια Θεμ. Π. Βολίδης, Αθήνα 1933.

Πανταζόπουλος Νικόλαος, «Η Δικαιοσύνη», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2000, σσ. 593-599.

Σβώλος Αλέξανδρος, Τα ελληνικά συντάγματα 1822-1975/1986, εισαγωγή – επιμέλεια – σχόλια: Λουκάς Αξελός, Στοχαστής, Αθήνα 21998.

Σφυρόερας Βασίλειος Βλ., «Σταθεροποίηση της επαναστάσεως 1822-1823», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σσ. 212-286.