«Του Μάρκου Μπότσαρη», θρήνος για τον Σουλιώτη ήρωα

*Της Αργυρώς Παπαδοπούλου

Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθώ με τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη και με τον θρήνο και τα εγκώμια που γεννήθηκαν από το γεγονός. Αρχικά, θα αναφερθώ στον θάνατο και την κηδεία του ήρωα. Έπειτα θα κάνω μια σύντομη αναφορά στις τιμές που του απέδωσαν μετά θάνατον Έλληνες και ξένοι. Το ενδιαφέρον μου θα επικεντρωθεί στη λαϊκή μούσα και θα παραθέσω κάποια από τα πολλά δημοτικά τραγούδια που δημιουργήθηκαν για τον ήρωα. Θα εστιάσω ειδικά σε ένα συγκεκριμένο κλέφτικο τραγούδι (Θρήνος μεγάλος έγινε), το οποίο και θα σχολιάσω διεξοδικά. Τέλος, θα κάνω μια γενικότερη αναφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν και εξέφραζαν ανέκαθεν οι Έλληνες τον θρήνο, από τα ομηρικά χρόνια μέχρι την εποχή μας.

i. Ο θάνατος και η κηδεία του Μάρκου Μπότσαρη

Ήταν νύχτα, 8 προς 9 Αυγούστου του 1823. Ο Μουσταής Σκόδρας, που είχε κατεβεί στην Ελλάδα με 14.000 άνδρες και βάδιζε προς το Καρπενήσι σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, είχε στρατοπεδεύσει κοντά στο Κεφαλόβρυσο. Πολλοί οπλαρχηγοί τον είχαν προσκυνήσει, ενώ ο Καραϊσκάκης βρισκόταν άρρωστος στο μοναστήρι του Προυσού. Μόνο ένας μπορούσε –και τόλμησε– να τον αντιμετωπίσει: ο Μάρκος Μπότσαρης. Εκείνη τη νύχτα ο Μάρκος με 1.250 Έλληνες, εκ των οποίων 400 Σουλιώτες, επιχείρησε το μεγάλο γιουρούσι, αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους. Άρχισε ένα απερίγραπτο μακελειό με τους Έλληνες να επιτίθενται με ορμή σε όλο το στρατόπεδο. Ο Μάρκος πληγώθηκε στο πλευρό, όμως το απέκρυψε από τους στρατιώτες του και συνέχισε να πολεμά. Ένα μόνο επιζητούσε εκείνη την ώρα, να πιάσει τον ίδιο τον Μουσταή, ζωντανό ή νεκρό. Προχωρούσε μέσα στο στρατόπεδο φωνάζοντας «Πού είναι οι πασάδες; Πού είναι οι πασάδες;», αλλά πλησιάζοντας στη σκηνή του Μουσταή μια σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι. Ο Μπότσαρης φώναξε «Εβαρέθηκα αδερφοί» και έπεσε νεκρός.

Οι Σουλιώτες φρόντισαν αμέσως να τον καλύψουν, για να μην αντιληφθούν οι υπόλοιποι Έλληνες ότι σκοτώθηκε ο αρχηγός τους και κλονιστεί το ηθικό τους. Ο Τούσιας Μπότσαρης, ξάδελφος του Μάρκου, τον πήρε στους ώμους του και τον απέσυρε διακριτικά από το πεδίο της μάχης. Στις 5 το πρωί μια βουβή πομπή Σουλιωτών οδήγησε το σώμα του Μάρκου στο Μικρό Χωριό, και από εκεί ξεκίνησαν για το Μεσολόγγι. Στη διαδρομή έκαναν στάση στο μοναστήρι του Προυσού. Ο Καραϊσκάκης βγήκε κλαίγοντας, φίλησε τον νεκρό Μάρκο και τον αποχαιρέτησε λέγοντας «Μακάρι, αδελφέ Μάρκο, από τέτοιον θάνατο να πάενα κι εγώ». Το πρωί της 10ης Αυγούστου οι Σουλιώτες έφτασαν στο Μεσολόγγι. Ο λαός βγήκε στους δρόμους για να υποδεχθεί τον Μπότσαρη, με πρώτο τον Έπαρχο Κωνσταντίνο Μεταξά. Το σώμα του Μάρκου μεταφέρθηκε στο σπίτι της αδελφής του Μάρως, όπου το έντυσαν με καλά ρούχα, το σκέπασαν με την ελληνική σημαία και ξεκίνησαν τον θρήνο.

Η κηδεία του Μάρκου τελέστηκε το απόγευμα. Η πομπή ξεκίνησε από το σπίτι του Μεταξά, για να φανεί ότι τον κηδεύει σύσσωμο το Έθνος. Ο Νίκος Ζιάγκος σχολιάζει ότι η συγκεκριμένη πομπή θύμιζε ρωμαϊκό θρίαμβο, κάτι που επισημαίνει και ο Αναστάσιος Κόκκινος συμπληρώνοντας «Με την διαφορά ότι ο θριαμβευτής μετεκομίζετο διά να ταφή».[1]. Πράγματι, μπροστά προχωρούσαν οι Τούρκοι αιχμάλωτοι αλυσοδεμένοι κι έπειτα τα άλογα των πασάδων με τέσσερις τουρκικές σημαίες· ακολουθούσε ο Μητροπολίτης Άρτης, Αιτωλίας και Ναυπάκτου Πορφύριος με τους ιερείς Μεσολογγίου, Αιτωλικού και πέριξ· πίσω τους το σώμα του νεκρού, το οποίο σήκωναν δώδεκα παλικάρια του· δίπλα στο φέρετρο ήταν η Μάρω και άλλοι συγγενείς· ακολουθούσαν ο Έπαρχος, οι καπεταναίοι κι ο λαός· γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά συμπλήρωναν την πομπή· τέλος, ακολουθούσαν όλα τα λάφυρα που πάρθηκαν στη μάχη: 1.600 ντουφέκια, 1.800 πιστόλες, 300 ξίφη, 1.200 άλογα, 30 μουλάρια και χιλιάδες γιδοπρόβατα.

Όμως η εικόνα του θριάμβου σταματούσε εκεί –παρά τη μεγαλειώδη σύνθεσή της, επρόκειτο για νεκρική πομπή. Ο κόσμος δεν ήταν λαμπροφορεμένος, όπως στους θριάμβους, αλλά μαυροφορεμένος. Δεν ακούγονταν επινίκια και πανηγυρισμοί για τη σημαντική, κατά τα άλλα, επιτυχία της προηγούμενης μέρας, αλλά κλάματα και μοιρολόγια. Μέσα στον ναό άκουγε κανείς τις νεκρώσιμες ψαλμωδίες των ιερέων, των διακόνων και των ψαλτάδων. Έξω από τον ναό μπορούσε να ακούσει τα μοιρολόγια των γυναικών, που αφηγούνταν κάθε στιγμή της ζωής του Μάρκου, καθώς και τις ιστορίες των στρατιωτών του, οι οποίοι ανακαλούσαν κλαίγοντας τις οδηγίες του αρχηγού τους και τις φλογερές του ομιλίες για τον Λεωνίδα. Και κάθε 15 λεπτά ηχούσαν 33 κανονιοβολισμοί, όσα και τα χρόνια του Μάρκου. Μετά την ολονύκτια νεκρώσιμη ακολουθία, ο ήρωας ετάφη μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας. Η Κυβέρνηση κήρυξε την πατρίδα σε πένθος και στις 19 Αυγούστου τέλεσε επίσημο μνημόσυνο για τον Σουλιώτη ήρωα.

ii. Ο αντίκτυπος του θανάτου του

Με τη μαχητικότητά του, την ευστροφία του, τις στρατιωτικές του ικανότητες και, κυρίως, τον αδαμάντινο χαρακτήρα και το ήθος του, ο Μάρκος Μπότσαρης ήταν ο μοναδικός οπλαρχηγός, ο οποίος κατόρθωσε να παραμείνει στο απυρόβλητο, δίχως την παραμικρή σκιά στο βιογραφικό του. Όλοι (καπεταναίοι, στρατιώτες, πολιτικοί, λαϊκοί, ακόμη και Τούρκοι) μόνο εγκώμια και επαίνους εξέφραζαν γι’ αυτόν. Ζωντανός είχε υμνηθεί μέσα από κλέφτικα τραγούδια, ενώ ο θάνατός του πυροδότησε μια τεράστια παραγωγή στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και κάθε μορφή τέχνης, τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους.

Πρώτο γράφτηκε το ποίημα του Μιχαήλ Σχινά, το οποίο δημοσιεύτηκε στο αγγλικό περιοδικό Magazine.[2] Ο εθνικός μας ποιητής, Διονύσιος Σολωμός, ο οποίος δάκρυζε κάθε φορά που άκουγε το όνομα του Μάρκου Μπότσαρη, συνέθεσε την ωδή Εις Μάρκο Μπότσαρη, το μοναδικό ποίημα του Σολωμού που αφιερώνεται σε αγωνιστή, ενώ τον εξύμνησε και στην ωδή Εις τον θάνατον του Λόρδου Μπάυρον και στο πεζό με τίτλο Διάλογο. Ο Ηπειρώτης Χρήστος Χριστοβασίλης τον ύμνησε στο βιβλίο του Ιστορικό έπος και ο Δημήτριος Δρόσος σε ελεγείες. Ο ηθοποιός Θεόδωρος Αλκαίος έγραψε τραγωδία για τον Μπότσαρη, η οποία εκδόθηκε το 1841, ενώ το 1858 ο Ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ παρουσίασε την όπερα Μάρκος Μπότσαρης.

Ο ήρωας τιμήθηκε ιδιαίτερα και από τους ξένους. Ο Αμερικανός ποιητής Φιτζγκρίν Χάλεκ του αφιέρωσε το ποίημα Marco Bozzaris, ο Ελβετός ποιητής και δημοσιογράφος Ζιστ Ολιβιέ έγραψε το ποίημα Marcos Botzaris au mont Aracynthe (Ο Μάρκος Μπότσαρης στο όρος Αράκυνθος) και ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ τον ύμνησε στη συλλογή του Les Orientales (Τ΄ Ανατολίτικα). Τον τάφο του Μάρκου στόλισε ο Γάλλος γλύπτης Δαυίδ Ντ’ Ανζιέρ. Το Δημοτικό Συμβούλιο Παρισιού αποφάσισε να δώσει το όνομά του σε μια πλατεία της πόλης, ενώ το 1911 το όνομά του δόθηκε και σε μία στάση του παρισινού μετρό. Ο Τερτσέτης μας πληροφορεί ότι στη μακρινή Αμερική ως και ταφικούς αγώνες οργάνωσαν για να τον τιμήσουν, όπως διαβάζουμε ότι έκανε ο Αχιλλέας για τον Πάτροκλο. Και επισημαίνει ότι ο κόσμος θα τον επαινούσε ακόμη περισσότερο «αν εγνώριζε και κάποια κρυφά του, που οι εντόπιοι, ή, να ειπώ καλλίτερα, οι σπιτίσιοι του γνωρίζουν».[3]

Όμως περισσότερο από όλους ύμνησε τον Μάρκο η λαϊκή μούσα. Πολυάριθμα είναι τα τραγούδια που δημιουργήθηκαν για τον ήρωα τόσο στα ελληνικά όσο και στα αρβανίτικα. Παραθέτω κάποια αντιπροσωπευτικά:

Εσείς βουνά της Κατοχής, βουνά του Ξηρομέρου,

βαστάτε να βαστάξουμε τούτο το καλοκαίρι.

Ο Βάλτος επροσκύνησε κι’ όλο το Ξηρομέρι,

το Μεσολόγγι το μικρό αυτό δεν προσκυνάει

γιατ’ είν’ ο Μάρκος Μπότσαρης με χίλιους πεντακόσιους.

Έχει λεβέντες σταυραετούς, Σουλιώτες, Ηπειρώτες,

σφάζει τους Τούρκους σαν τ’ αρνιά και σαν παχιά κριάρια.

________________________________________

Τον θάνατο του Μπότσαρη, του αντρειωμένου Μάρκου,

τον άκουσε η μαύρη γης, δε χόρτιασε τρεις χρόνους,

τον άκουσαν και τα βουνά κι όλα τους ραγιστήκαν,

τον άκουσαν κι οι ουρανοί, δεν έβρεξαν τρεις χρόνους.

________________________________________

– Τ’ είναι τούτα τα κλάματα κι’ αυτά τα μοιρολόγια;

Κύριέ μου, τι να γίνηκε στο δόλιο Μεσολόγγι;

– Τούτα τα κλάματα ρωτάς κι’ αυτά τα μοιρολόγια;

Γι’ αυτόν τον Μάρκο γίνονται τον ελευθερωτή μας.

Όσοι Ρωμαίοι κι’ αν τόμαθαν κι’ όσοι τ’ αφουγκραστήκαν

όλοι στα μαύρα μπήκανε, τα μελανά φορέσαν.

________________________________________

– Σαν τι αχός που γίνεται και ταραχή μεγάλη;

Μήνα βουβάλια σφάζονται μήνα θεριά μαλώνουν;

– Ούτε βουβάλια σφάζονται ούτε θεριά μαλώνουν,

στο Μεσολόγγι γίνεται, στ’ Αιτωλικό από κάτω.

Θάπτουν το Μάρκο Μπότσαρη, το Μάρκο το Σουλιώτη.

Εξήντα παπάδες παν μπροστά και άλλοι τόσοι πίσω,

παρά κοντά κι η Μάρκαινα με το παιδί στα χέρια.

________________________________________

Τρία πουλάκια κάθονταν – καημένε Μάρκο Μπότσαρη

τα τρία ’ράδα ’ράδα – Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη.

Ζητούν του Μάρκου την ορδή – καημένε Μάρκο Μπότσαρη

του Μάρκου τα τσαντήρια – Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη.

Το Μάρκο τον σκοτώσανε – καημένε Μάρκο Μπότσαρη

ψηλά στο Καρπενήσι – Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη.

Μάρκο μ’ σε κλαιν τα Γιάννενα – καημένε Μάρκο Μπότσαρη

κι’ όλο το Μπρέγκου ντέτι (η Χιμάρα) – Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη.

Μάρκο τα παλικάρια σου – καημένε Μάρκο Μπότσαρη

το γαίμα σου θα πάρουν – Μάρκο Μπότσαρη Σουλιώτη.

 

Ακολουθούν αποσπάσματα αρβανίτικων τραγουδιών για τον ήρωα, σε μετάφραση του Νίκου Ζιάγκου:

Στο έρημο Μεσολόγγι

κυκλωμένο από έλη

άρχισε πόλεμο με το Βασιλιά

πολεμάει αυτοπρόσωπα ο Μπότσαρης.

Με συντρόφους ως εβδομήντα

όλους παλικάρια ανθισμένα

πολεμούν αληθινά

για τη λευτεριά και για το δίκιο.

 ________________________________________

Πω, πω συντρόφοι μου

διάβηκε ο Μάρκος σα βασιλιάς.

Τον πασιά γυρεύει και δε μιλεί

στο τσαντήρι δεν τον βρήκε.

Έπιασ’ απ’ τα γένεια ένα δαίμονα.

Αμάν, πες μου ποιος είσαι.

Αμάν, μωρέ, ποιος είσαι;

Είμαι καπετάνιος νέος

με λένε Μάρκο Μπότσαρη.

________________________________________

Ένας αράπης το σκυλί, το βρώμικο το γένος

πικρό ντουφέκι τώρριξε, τον πήρε στο κεφάλι.

Τ’ είν’ το κακό που γίνηκε σε τέτοιον καπετάνιο.

 ________________________________________

Για θυμήσου γέρο Αλή

ένα παιδί, ένα μωρό

που το είχες στην Αυλή,

στη φήμη σε ξεπέρασε.

Αυτός ήταν ο Μάρκος Μπότσαρης.

iii. «Θρήνος μεγάλος έγινε»

Από την πληθώρα των δημοτικών τραγουδιών, θα ήθελα να εστιάσω στο παρακάτω:

Θρήνος μεγάλος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι

το Μάρκο παν, παιδιά μ’, στην εκκλησιά.

Το Μάρκο παν στην εκκλησιά, το Μάρκο παν στον τάφο

’ξήντα παπάδες παν, παιδιά μ’, μπροστά.

Αέρας τα φυσάει τα πλατανόφυλλα

Θεός να τα φυλάει τα Ελληνόπουλα.

Πρόκειται για ένα ιστορικό κλέφτικο τραγούδι από τη Στερεά Ελλάδα. Στίχος του είναι ο γνωστός ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, ο οποίος από τον 10ο αιώνα εδραιώθηκε ως βασικός στίχος της βυζαντινής περιόδου και στη συνέχεια της νεοελληνικής στιχουργίας, και εναλλάσσεται με τον οκτασύλλαβο (η αποστροφή παιδιά μ’ είναι παρενθετική). Ο ρυθμός είναι ελεύθερος, όπως συνηθίζεται στα μοιρολόγια.

Η πρώτη εντύπωση που δημιουργείται είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ απλό και λιτό τραγούδι: ολιγόστιχο, με απλή γλώσσα και ύφος χωρίς υπερβολές και εξάρσεις. Ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών που ξεκινούν χωρίς προοίμιο. Δεν υπάρχουν πουλάκια που ψάχνουν τον ήρωα, δεν υπάρχουν άστοχα ερωτήματα, τα πολύ αγαπημένα στη δημοτική μας ποίηση, δεν υπάρχει διάλογος ανάμεσα σε πρόσωπα για να μας προετοιμάσει για το γεγονός. Απουσιάζουν, λοιπόν, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τα συνήθη προοίμια στα δημοτικά τραγούδια, προσδίδοντας ένταση και δραματικότητα. Το τραγούδι μας είναι από εκείνα που μπαίνουν κατευθείαν στο θέμα.

Προτάσσεται και τονίζεται ο μεγάλος θρήνος. Ο Σολωμός θα τραγουδήσει (31-35):

Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα

απάνου στου Μάρκου το σώμα·

απέθαν’, απέθαν’ ο Μάρκος·

μια θλίψη, μία άκρα βοή,

και θρήνος και κλάψα πολλή.

Όμως στο κλέφτικο τραγούδι αυτός ο θρήνος δίνεται υπερβολικά σύντομα. Και αν δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με την έντεχνη ωδή του Σολωμού, το τραγούδι μας είναι πιο περιεκτικό και από πολλά άλλα δημοτικά τραγούδια: δεν αναφέρονται τα κλάματα και τα μοιρολόγια, τα πουλιά δεν διαδίδουν τη μαύρη είδηση του θανάτου του και τα στοιχεία της φύσης δεν αντιδρούν στο θλιβερό γεγονός. Όλος ο πόνος συμπυκνώνεται στις τρεις απλούστατες πρώτες λέξεις: Θρήνος μεγάλος έγινε.

Ο μεγάλος θρήνος έλαβε χώρα στο Μεσολόγγι, όχι απλώς επειδή εκεί τελέστηκε η κηδεία του ήρωα, αλλά επειδή το Μεσολόγγι τον έκλαψε περισσότερο. Εκείνη την εποχή ο Μάρκος υπερασπιζόταν όλη την ανατολική και δυτική Ελλάδα και δικαίως θρηνήθηκε από όλο το έθνος. Όμως το Μεσολόγγι τον έκλαψε περισσότερο, γιατί ο Μάρκος ήταν αυτός που με τη μαχητικότητα και το μυαλό του κατάφερε να το σώσει από την πρώτη πολιορκία και αυτός που έσπευσε να το υπερασπιστεί μόλις πληροφορήθηκε ότι πλησιάζει ο Μουσταής –ενώ αρχικά σχεδίαζε να περιμένει τον Ομέρ Βρυώνη στα Λειβαδάκια Ακαρνανίας. Για τους Μεσολογγίτες ο Μάρκος ήταν ο ελευθερωτής και ο εγγυητής της ελευθερίας τους. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, στη σολωμική ωδή η κηδεία του Μάρκου παρομοιάζεται με την κηδεία του Έκτορα στην Ιλιάδα: οι αμυνόμενοι έχασαν τον σημαντικότερο υπερασπιστή της πατρίδας τους και πλέον νιώθουν αδύναμοι και ανυπεράσπιστοι απέναντι στον εχθρό. Και αυτόν τον υπερασπιστή τους, τον κλαίνε και τον θρηνούν όλοι.

Ο δεύτερος στίχος συνεχίζει επεξηγώντας τον πρώτο. Ο θρήνος στο Μεσολόγγι έγινε γιατί το Μάρκο παν στην εκκλησιά. Η αποστροφή που παρεμβάλλεται (παιδιά μ’) είναι έξω από το μέτρο του στίχου, στο πλαίσιο του αυτοσχεδιασμού του τραγουδιστή. Δίνει ζωντάνια στο τραγούδι και δημιουργεί οικειότητα ανάμεσα στον τραγουδιστή και τον ακροατή. Ο τρίτος στίχος (το Μάρκο παν στην εκκλησιά, το Μάρκο παν στον τάφο) δεν προσφέρει τίποτε στο νόημα. Το πρώτο ημιστίχιο είναι επανάληψη του δεύτερου στίχου, ενώ το δεύτερο αποδίδει το ίδιο γεγονός, χρησιμοποιώντας απλώς μια διαφορετική λέξη (εκκλησιά ≈ τάφος), επανάληψη που προσδίδει βαρύτητα και ιδιαίτερη ένταση στο ίδιο το γεγονός.

Και το τραγούδι συνεχίζει με την ίδια λιτότητα. Από τη μεγαλειώδη πομπή που συνόδευσε τον ήρωα κατά την εξόδιο ακολουθία, εδώ αναφέρονται εξήντα παπάδες. Στη δημοτική παράδοση, τόσο στα τραγούδια όσο και στα παραμύθια, είναι συνηθισμένοι οι διογκωμένοι αριθμοί. Ακόμη κι όταν αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, η λαϊκή μούσα αρέσκεται να διογκώνει τα μεγέθη. Όπως οι θρήνοι της Άλωσης θέλουν την Αγιά Σοφιά να έχει τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες ή τα λαϊκά παραμύθια θέλουν πολλά γαμήλια φαγοπότια να διαρκούν σαράντα μέρες σαράντα νύχτες, έτσι και το ξόδι του Μάρκου θέλει να συνοδεύουν το σώμα του ’ξήντα παπάδες. Σε άλλη καταγραφή του τραγουδιού ο στίχος συνεχίζει:

’ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα Δεσποτάδες

κι από κοντά, παιδιά μ’, Σουλιώτισσες.

Ωστόσο, παρά τη μεγέθυνση των αριθμών, στο συγκεκριμένο τραγούδι οι στίχοι δε βρίσκονται πολύ μακριά από την πραγματικότητα. Δε γνωρίζουμε πόσοι ήταν οι ιερείς, αλλά σίγουρα ήταν πολλοί. Και μπορεί ο Δεσπότης να ήταν μόνο ένας, αλλά οι Σουλιώτισσες βρίσκονταν όντως δίπλα στον νεκρό και ήταν, επίσης, πολλές. Και η αναφορά στην κηδεία του ήρωα σταματά εδώ. Καμία μνεία στα υπόλοιπα μέλη της συνοδείας του ή στα πολλά λάφυρα. Το γεγονός συμπυκνώνεται σε τέσσερις –ή έξι κατά την άλλη καταγραφή– στίχους.

Σε αυτό το σημείο έρχεται το γύρισμα του τραγουδιού. Ο στίχος μετατρέπεται σε ιαμβικό δεκατρισύλλαβο, ενώ ο μέχρι πριν ελεύθερος ρυθμός αλλάζει σε συρτό επτάσημο (το γνωστό ρυθμό 7/8 που απαντάται σε όλη την Ελλάδα και σύμφωνα με κάποιους μελετητές είναι η συνέχεια του ομηρικού δακτυλικού εξάμετρου). Το τραγούδι αποκτά παλμό μεταφέροντάς μας από το μοιρολόι σε έναν ζωηρό στίχο –ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να χορευτεί– και από τον νεκρό ήρωα, που σημάδεψε τον αγώνα, στους εν ζωή ήρωες, που συνεχίζουν να αγωνίζονται. Ο πέμπτος στίχος (αέρας τα φυσάει τα πλατανόφυλλα) δε συνδέεται νοηματικά με το υπόλοιπο τραγούδι, αλλά προστίθεται για να δημιουργήσει ομοιοκαταληξία με τον επόμενο, μια τεχνική συνηθισμένη στη δημοτική μας ποίηση. Και το τραγούδι θα κλείσει με την ευχή Θεός να τα φυλάει τα Ελληνόπουλα, ακριβώς γιατί ο αγώνας συνεχίζεται. Μπορεί ο Μάρκος Μπότσαρης να πέθανε, όμως οι υπόλοιποι Έλληνες βρίσκονται ακόμη μέσα στις φλόγες του πολέμου. Ο θάνατος δε σταματά τη ζωή και, ειδικά όταν πρόκειται για τον θάνατο ενός τέτοιου παλικαριού, γίνεται έναυσμα και ορμή για τη συνέχιση των αγώνων. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, από εδώ και στο εξής ο Μάρκος Μπότσαρης μπορεί να άλλαξε πόστο, αλλά το έργο του και ο σκοπός του παραμένουν (Η τελευταία νυξ της ζωής του Μάρκου του Μπότσαρη, 198-200):

όπ’ έμελλε να κατοικεί σκηνάς τας αιωνίας

και του Θεού να δέεται υπέρ ελευθερίας

της δυστυχούς πατρίδος του και όλων των Ελλήνων.

Μοιραίο, αλήθεια, έργο για κάθε ήρωα σε κάθε εποχή. Ας θυμηθούμε εδώ τα λόγια του Ευαγόρα Παλληκαρίδη προς την αδελφή του λίγες μέρες πριν οριστικοποιηθεί η εκτέλεσή του: Δεν θέλω να λυπηθήτε, ό,τι και να γίνη. Αν μ’ εκτελέσουν, θα πάω στον Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος που θα κρεμασθώ –και είναι βαθιά πίστη του λαού μας ότι ο Θεός πράγματι εισακούει τις δεήσεις των ηρώων.

Στο τραγούδι μας η λαϊκή μούσα ψάλλει την κηδεία του Μάρκου Μπότσαρη μέσα σε αυτούς τους λίγους στίχους. Με πολύ απλή γλώσσα, στην οποία κυριαρχούν τα ουσιαστικά και τα ρήματα, για να δοθεί έμφαση στο γεγονός. Τα επίθετα είναι μόνο δύο, απλά κι αυτά (μεγάλος, ’ξήντα). Η απλότητα είναι βασικό χαρακτηριστικό των κλέφτικων τραγουδιών, τα οποία αποτελούν συνέχεια των ακριτικών, αποβάλλουν όμως τις υπερβολές και τα μυθικά στοιχεία, είναι ολιγόστιχα, έχουν απλή δομή και χαρακτηρίζονται από ακρίβεια στην έκφραση και την περιγραφή. Ωστόσο, το συγκεκριμένο τραγούδι είναι πολύ πιο απλό σε σχέση με τα υπόλοιπα κλέφτικα τραγούδια, χωρίς προοίμιο, χωρίς λεπτομερείς αναφορές σε μοιρολόγια, κλάματα, επαίνους ή γεγονότα της ζωής του ήρωα, χωρίς διάλογο, ο οποίος είναι παρών σχεδόν σε κάθε κλέφτικο τραγούδι. Παρόλα αυτά, το τραγούδι κρύβει μια μοναδική δυναμική. Αυτή είναι άλλωστε και η τέχνη των κλέφτικων τραγουδιών: μέσα από έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό στερεότυπων στίχων και τυπικών μορφών, που επαναλαμβάνονται από τραγούδι σε τραγούδι, κατορθώνουν να φορτίζονται με δραματική ένταση υψηλής ποιότητας. Αυτό επιτυγχάνεται και στον συγκεκριμένο θρήνο, ο οποίος περιβάλλεται με το δικό του μεγαλείο μέσα στην απλότητά του.

iv. Έλληνες και θρήνος

Σε αυτό το σημείο, ήθελα να κάνω μια αναφορά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν και εξέφραζαν ανέκαθεν οι Έλληνες τον θρήνο. Θα ξεκινήσω από το μνημειώδες προοίμιο της Ιλιάδας (Α 1-7):

Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληϊάδεω Ἀχιλῆος

οὐλομένην, ἣ μυρί’ Ἀχαιοῖς ἄλγε’ ἔθηκε,

πολλὰς δ’ ἰφθίμους ψυχὰς Ἄϊδι προΐαψεν

ἡρώων, αὐτοὺς δὲ ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν

οἰωνοῖσί τε πᾶσι, Διὸς δ’ ἐτελείετο βουλή,

ἐξ οὗ δὴ τὰ πρῶτα διαστήτην ἐρίσαντε

Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Ἀχιλλεύς.

Ο αφηγητής καλεί τη Μούσα να τραγουδήσει την καταραμένη οργή του Αχιλλέα, η οποία έφερε αναρίθμητες συμφορές στους Αχαιούς, έστειλε στον Άδη πολλές ψυχές ηρώων και πέταξε τα κορμιά τους βορά στους σκύλους και τα όρνια. Παρατηρούμε ότι ενώ ο πρώτος στίχος είναι αυτοτελής, ο αφηγητής με την τεχνική της συσσώρευσης επιμηκύνει την έννοια της συμφοράς μέχρι τον πέμπτο στίχο. Θέλει δηλαδή να τονίσει ιδιαίτερα ότι τα γεγονότα που θα αφηγηθεί είναι μαύρα. Ήδη οι αρχαίοι κριτικοί είχαν αναρωτηθεί γιατί το τραγούδι να ξεκινά με κάτι τόσο σκοτεινό και αποθαρρυντικό. Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ερμηνευτεί εύκολα.

Το ίδιο πνεύμα συναντούμε και στην πρώτη ραψωδία της Οδύσσειας: στο ανάκτορο του Οδυσσέα ο Φήμιος ξεκινά να τραγουδά τον θλιβερό νόστο των Αχαιών (νόστον ἄειδε / λυγρόν, α 326-7). Η Πηνελόπη, μόλις ακούει το θεσπέσιο τραγούδι, κατεβαίνει από το υπερώο και ζητά από τον αοιδό να τραγουδήσει κάτι άλλο, γιατί αυτό το θλιβερό τραγούδι ταράζει την καρδιά της. Τότε ο Τηλέμαχος επεμβαίνει και επιπλήττει τη μητέρα του, της ζητά να επιστρέψει στον γυναικωνίτη, να ασχοληθεί με έργα γυναικεία και να αφήσει τον αοιδό να τραγουδήσει ό,τι θέλει. Μάλιστα, της απευθύνει μια αξιοσημείωτη ερώτηση (α 346-7): Γιατί δεν αφήνεις τον πιστό αοιδό να μας διασκεδάζει όπως τον εμπνέει ο νους του; Η Πηνελόπη θαυμάζει αυτή την απάντηση του γιου της και αποσύρεται στα διαμερίσματά της υπακούοντας στις υποδείξεις του.

Ο Τηλέμαχος, ο οποίος βρίσκεται στο στάδιο της ενηλικίωσης, εκφέρει το πρώτο του δημόσιο σχόλιο και αποδεικνύει ότι δεν είναι πλέον παιδί, αλλά άρχισε να γίνεται άνδρας. Για εμάς σήμερα ο λόγος του έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την παλαιότερη λογοτεχνική κριτική στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία. Είναι σαφές ότι μέσω του Τηλέμαχου ο αφηγητής εκφράζει τη δική του άποψη και ο διαχωρισμός που κάνει είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων: η Πηνελόπη μίλησε για ἀοιδῆν λυγρῆν, ενώ ο αφηγητής για νόστον λυγρόν. Ο αφηγητής, λοιπόν, διαχωρίζει το γεγονός από το τραγούδι. Τα γεγονότα μπορεί να είναι θλιβερά, αλλά τα τραγούδια όχι. Ακόμη και το πιο θλιβερό γεγονός μέσα από το τραγούδισμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε σαγηνευτικό άσμα, το οποίο έχει την ικανότητα να τέρπει τους ακροατές, ακόμη και αν πρόκειται για τους ίδιους τους παθόντες. Αυτή η διαπίστωση είναι ιδιαίτερα σημαντική και μας βοηθά να κατανοήσουμε τόσο το προοίμιο της Ιλιάδας και την απόκριση του Τηλέμαχου όσο και πολλές άλλες πτυχές της ελληνικής παράδοσης μέχρι σήμερα.

Από τις απαρχές, λοιπόν, της ελληνικής λογοτεχνίας οι Έλληνες ήξεραν –και επέλεγαν– να τραγουδούν τις συμφορές τους. Αρκετοί μελετητές υποστηρίζουν ότι τα μοιρολόγια διαδόθηκαν στον ελλαδικό χώρο από την ανατολή, ωστόσο ήδη από την εποχή του Ομήρου τα ελληνικά μοιρολόγια διακρίνονται από τα ανατολίτικα. Οι Έλληνες δεν θρηνούσαν επειδή ήθελαν απλώς να μοιρολογήσουν, να καταθλιβούν, να συντριβούν ή να εκτονώσουν τη θλίψη τους, αλλά επειδή ένιωθαν την ανάγκη να εκφράσουν τον πόνο τους και να τον μεταμορφώσουν σε ποιητική δημιουργία υψηλή, να συνθέσουν «θεσπέσια τραγούδια», τα οποία εν τέλει τους «διασκέδαζαν».

Αυτό το πνεύμα έχει παραμείνει αναλλοίωτο ανά τους αιώνες και το διακρίνουμε κατά την Επανάσταση του ’21. Οι αγωνιστές ζουν μέσα στις φλόγες του πολέμου και κάθε τους στιγμή ακροβατούν μεταξύ ζωής και θανάτου. Αλλά σε κάθε ευκαιρία στήνουν γλέντια, χορεύουν και τραγουδούν. Ένα τέτοιο φαγοπότι αφηγείται και ο στρατηγός Μακρυγιάννης κατά την πολιορκία της Ακρόπολης. Όντας πολιορκημένοι και καταπονημένοι, οι Έλληνες δεν παραλείπουν να φάνε ψωμί, να τραγουδήσουν και να γλεντήσουν. Ο Γκούρας και ο Παπακώστας παρακαλούν τον Μακρυγιάννη να τραγουδήσει, κι εκείνος αυτοσχεδιάζει ένα κλέφτικο τραγούδι:

Ο Ήλιος εβασίλεψε,

Έλληνά μου, βασίλεψε

                                  και το Φεγγάρι εχάθη
κι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει·
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μιά ραχούλα,
άκ᾿σα γυναίκεια κλάματα κι᾿ αντρών τα μυργιολόγια
γι᾿ αυτά τα ’ρωικά κορμιά ’σ τον κάμπο ξαπλωμένα,
και μέσ᾿ το αίμα τὸ πολύ είν᾿ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγανε ’σ τον Άδη, τα καϊμένα.
[4]

Ο Γκούρας επαίνεσε τον Μακρυγιάννη και σχολίασε ότι άλλη φορά δεν τραγούδησε τόσο παραπονεμένα, για να του απαντήσει ο Μακρυγιάννης: Είχα κέφι.[5] Αλλά και το τραγούδι αυτό καθαυτό έχει τη σημασία του. Ο Ήλιος άκουσε γυναικεία κλάματα και αντρικά μοιρολόγια· το μοιρολόι, το οποίο είναι κατά κανόνα γυναικεία υπόθεση, εδώ αποδίδεται στους άνδρες. Μάλιστα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, ο Μακρυγιάννης ακολουθεί το ομηρικό πρότυπο, καθώς στην κηδεία του Έκτορα οι πρώτοι μοιρολογητές είναι άνδρες (ἀοιδοὺς θρήνων ἐξάρχους, Ω 720-1), ενώ οι γυναίκες ακολουθούν στον θρήνο. Οι αγωνιστές, λοιπόν, μοιρολογούν τους συντρόφους που έχασαν και παράλληλα επαινούν τη θυσία τους –όπως κάνει και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης τραγουδώντας αυτό το μοιρολόι. Και το τραγουδά παραπονεμένα γιατί …έχει κέφι! Ο Γεώργιος Θεοτοκάς θα σχολιάσει αυτή τη σκηνή με το οξύμωρο «πένθιμη διασκέδαση».[6]

Οι Έλληνες πάντα ήξεραν να τη μεταφέρουν αυτόματα και αβίαστα σε στίχους κάθε πτυχή της ζωής τους. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη Φόνισσα γράφει για τη Φραγκογιαννού του ότι μπορούσε να είπη τα πάθη της τραγούδια, ενώ ο Γιάννης Ρίτσος αποφαίνεται: Εκείνος που ’μαθε να τραγουδάει ξέχασε να κλαίει (Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα). Και ο λαός μας έμαθε να τραγουδά πολύ νωρίς. Ο ίδιος ποιητής στα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας περιγράφει αυτόν τον λαό: κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί τους βόγγους και τα ζήτω / κι αν κάνει πως τα τραγουδεί ραγίζουν τα λιθάρια (Λαός). Αυτό συνέβαινε πάντα, από τις απαρχές της ελληνικής ποίησης  μέχρι την εποχή μας. Πόσοι θρήνοι δεν γράφτηκαν για την άλωση της Πόλης; Κι όμως, υπάρχουν τέτοιοι θρήνοι που συντέθηκαν σε χαρμόσυνο πασχαλινό συρτό και χορεύονταν πρώτοι και καλύτεροι στα πασχαλινά γλέντια. Και ας μην παραβλέψουμε το μεγαλείο που φανερώνουν οι στίχοι πολλών θρήνων της άλωσης, όπου οι θνητοί, παρότι συντετριμμένοι από τη συμφορά, αρκετές φορές φτάνουν σε σημείο να παρηγορούν οι ίδιοι τους αγίους και την Παναγία:

Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.

– Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις.

κι αη-Γιάννες ο Χρυσόστομων κλαίει, δερνοκοπάται,

– Μην κλαις, μην κλαις αη-Γιάννε μου, και μη δερνοκοπάσαι,

για να καταλήξουν όχι στην ελπίδα, αλλά στη βεβαιότητα ότι πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι· κι ότι η Ρωμανία αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλον!

Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη Φλώρινα, μέχρι πριν από λίγα χρόνια όλα τα γλέντια, όλες οι γιορτές ξεκινούσαν με τον θρήνο για τον θάνατο του Παύλου Μελά: Σαν τέτοια ώρα στο βουνό ο Παύλος πληγωμένος / μες στα νερά του αυλακιού ήτανε ξαπλωμένος… Αλήθεια, ποιος θα μπορούσε σήμερα να φανταστεί το γλέντι του γάμου του να ξεκινά με αυτό το «λυπητερό» τραγούδι; Ή ποιον δεν ξενίζει η εικόνα των Ποντίων, οι οποίοι ανήμερα Κυριακής του Θωμά βαδίζουν προς τα μνήματα με λύρες και φαγητά και στήνουν εκεί εορταστικό φαγοπότι μετά μουσικής, για να γιορτάσουν την Ανάσταση μαζί με τους κεκοιμημένους;

Αυτή είναι η κουλτούρα του λαού μας, ο οποίος τραγουδά τις συμφορές του χωρίς να καταθλίβεται· τραγουδά παραπονεμένα γιατί έχει κέφι· παρηγορεί τους αγίους του αντί να τους ζητά παρηγοριά, σίγουρος ότι οι συμφορές θα ξεπεραστούν· με το βογγητό του κάνει τα λιθάρια να ραγίζουν· ξεκινά τα γλέντια του με θρήνους για τους ήρωές του· στήνει φαγοπότια στα μνήματα. Μία ψηφίδα σε αυτό το τεράστιο ψηφιδωτό του πολιτισμού μας είναι και ο θρήνος του Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στο ρεπερτόριο πολλών πασχαλινών γλεντιών. Σε μια εποχή, κατά την οποία τα μόνα μοιρολόγια που γράφονται είναι θρήνοι για χαμένες αγάπες, είναι επιτακτική ανάγκη να επιστρέψουμε σε αυτή την κουλτούρα, για να βρούμε και πάλι τα πατήματά μας. Τους ήρωές μας δεν οφείλουμε να τους θυμόμαστε μόνο στις εθνικές επετείους –αν και έχουμε φτάσει σε σημείο να τους περιφρονούμε ακόμη και τότε– αλλά σε όλες τις φάσεις της ζωής μας. Και αυτή την παράδοση που κληρονομήσαμε, ακριβώς επειδή είναι «παράδοση» και όχι απλώς «παραλαβή», οφείλουμε να την «παραδώσουμε» και στις επόμενες γενιές. Η αποστροφή του τραγουδιού (παιδιά μ’) μας δείχνει ότι το τραγούδι περνά και πρέπει να συνεχίσει να περνά από στόμα σε στόμα και να διδάσκει τους επόμενους. Για να μην μακρηγορώ, ας κάνουμε απλώς πράξη την προτροπή που επαναλαμβάνει δις ο Σολωμός στην ωδή του για τον ήρωα (Εις Μάρκο Μπότσαρη 15, 20): Ελάτε ν᾿ ακούστε, παιδιά!

Ακολουθεί το τραγούδι από την αείμνηστη Δόμνα Σαμίου:

[1] Ν. Ζιάγκος, Μάρκος Μπότσαρης, Εκδόσεις Αύρα, Αθήνα 1966, σελ. 178, Αν. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις. Τόμος 3, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1974, σελ. 631.

[2] Ο Ν. Ζιάγκος παραθέτει την ελληνική μετάφρασή του που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηώς, έτος Γ΄, περίοδος Β΄, σελ. 22-3 στο Ν. Ζιάγκος ό.π. σελ. 184-5.

[3] Σε επιστολή του προς τον γιο του Μάρκου Δημήτρη, απόσπασμα της οποίας παραθέτει ο Ν. Ζιάγκος ό.π. σελ. 191-2.

[4] Διατηρείται η ορθογραφία και η στίξη του συγγραφέα.

[5] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Μπάυρον, Αθήνα 1977, σελ. 265-6.

[6] Γ. Θεοτοκάς «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης», Νέα Εστία, 1941 στο: Στρατηγού Μακρυγιάννη ό.π. σελ. XVII.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βασιλειάδης Νικόλαος Π., Εθνομάρτυρες του Κυπριακού Έπους 1955-59, Εκδόσεις Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα 1995

Γούδας Αναστάσιος, Σουλιώτες και Ρουμελιώτες Καπεταναίοι του 1821. Αθανάσιος Διάκος, Μποτσαραίοι, Τζαβελαίοι, Ανδρούτσοι, Δυοβουνιώτες, Πανουργιάδες, Κομνάς, Χατζηπέτρος, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2004

Ζέρβας Σπυρίδων Π., Το Κλέφτικο Τραγούδι (18ος-19ος αι.): Ιστορία και Μουσική Τέχνη στη Βασική Εκπαίδευση και την Παιδεία, Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2007

Ζιάγκος Νίκος Γ., Μάρκος Μπότσαρης, Εκδόσεις Αύρα, Αθήνα 1966

Jong Irene J.F. de, Οδύσσεια. Ένα Αφηγηματολογικό Υπόμνημα, (μτφρ.) Κατερίνα Δημοπούλου, (επιμ.) Χρήστος Τσαγγάλης, Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011

Καιροφύλας Κώστας, Σολωμός. Η Ζωή και το Έργο του, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα χ.χ.

Kirk G.S., Ομήρου Ιλιάδα. Κείμενο και Ερμηνευτικό Υπόμνημα. Τόμος Α. Ραψωδίες Α-Δ, (μτφρ.) Ηλίας Τσιριγκάκης, (επιμ.) Δανιήλ Ιακώβ – Αντώνης Ρεγκάκος, Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2003

Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις. Τόμος 3, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1974

Κυριακοπούλου Καλλιόπη-Κανελλοπούλου Χάρις, 21 από το ’21, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 1998

Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι, λήμμα δημοτικό τραγούδι, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008

Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι, λήμμα κλέφτικα τραγούδια, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008

Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόσωπα. Έργα. Ρεύματα. Όροι, λήμμα μετρική (νεοελληνική), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008

Μεταξάς Κωνσταντίνος, Ιστορικά Απομνημονεύματα εκ της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2006

Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, Άπαντα. Τόμος 3. Φόνισσα (έκδ.) Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1989

Richardson Nicholas, Ομήρου Ιλιάδα. Κείμενο και Ερμηνευτικό Υπόμνημα. Τόμος ΣΤ. Ραψωδίες Φ-Ω, (μτφρ.) Μαρία Νούσια, (επιμ.) Αντώνης Ρεγκάκος, Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2005

Ρίτσος Γιάννης, Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1990

Ρίτσος Γιάννης, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1987

Σαν Σήμερα, Βιογραφίες. Μάρκος Μπότσαρης, στον σύνδεσμο:

https://www.sansimera.gr/biographies/920

Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Μπάυρον, Αθήνα 1977

West Stephanie – Heubeck Alfred – Hainsworth John Bryan, Ομήρου Οδύσσεια. Κείμενο και Ερμηνευτικό Υπόμνημα. Τόμος Α. Ραψωδίες α-θ, (μτφρ.) Μαρία Καίσαρ, (επιμ.) Αντώνης Ρεγκάκος, Εκδόσεις Παπαδήμας, Αθήνα 2009

*Η Αργυρώ Παπαδοπούλου σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στο Τμήμα Φιλολογίας με ειδίκευση στις Κλασικές Σπουδές. Έχει λάβει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στην Κατεύθυνση των Αρχαίων Ελληνικών από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ερευνητικά ασχολείται τις διακειμενικές ανιχνεύσεις στα Μεθομηρικά του Κόιντου Σμυρναίου: Οδυσσέας, Νεοπτόλεμος, Ελένη, την επική ποίηση στην Ύστερη Αρχαιότητα και το λατινικό έπος.