Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, ο «φύλακας άγγελος της κοινότητάς του»*

Της Μαρίας Χριστοδούλου

 

Η ρωμηοσύνη εν’ φυλή συνότζαιρη του κόσμου,

κανένας δεν ευρέθηκεν για να την ιξηλείψει

κανένας γιατί σσιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου.

Η ρωμηοσύνη εννα χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει!

Σφάξε μας ούλους τζι’ ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν,

κάμε τον κόσμον ματζιελειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ‘ξέρε πως ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το ‘νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται

μα πάντα τζείνον τρώεται τζαι τζείνον καταλυέται.

Διά χειρός του εθνικού μας ποιητή, Βασίλη Μιχαηλίδη, τα λόγια του Αρχιεπίσκοπου Κυπριανού στο «Η 9η Ιουλίου 1821 εν Λευκωσία Κύπρου» περιγράφουν το εθνικό ψυσικό μεγαλείο, όλη την ουσία της Ελληνικής ταυτότητας, την αγάπη για τον τόπο, τον αέναο πόθο για ελευθερία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός γεννήθηκε το 1756 στον Στρόβολο. Σύμφωνα με τον Κωστή Κοκκινόφτα έχει λανθασμένα επικρατήσει η άποψη ότι πατέρας του Κυπριανού ήταν ο Γεώργιος, από τον Στρόβολο, και μητέρα του η Μαρία ή Μαριού, από τα Καμπιά. Στην πραγματικότητα αυτά είναι τα ονόματα των γονέων του μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Κύριλλου Α’, πρώτου ανιψιού του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, καθώς η Μαρία ήταν η αδερφή του Κυπριανού, η οποία παντρεύτηκε με τον Γεώργιο στα Καμπιά.[1] Πατέρας του Κυπριανού ήταν ο Κωνσταντής από τον Στρόβολο, ενώ το όνομα της μητέρας του, που ήταν από το Γούρρι, παραμένει άγνωστο.[2]

Ο Κυπριανός ξεκίνησε να μαθαίνει τα πρώτα του γράμματα σε ηλικία πέντε χρονών, όταν, το 1761, μπήκε στην Ιερά Μονή Μαχαιρά, όπου λειτουργούσε Ελληνικό Σχολείο, από τα πρώτα του είδους του. Στο Μοναστήρι είχε ως καθοδηγητή τον εκ μητρός θείο του, Ιερομόναχο Χαράλαμπο. Κατά την παραμονή του εκεί έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας και της βυζαντινής μουσικής.[3] Το 1769, σε ηλικία 15 ετών, συνέχισε την εκπαίδευσή του στο Μετόχι του Στροβόλου, στο Ελληνομουσείο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία.

Το 1781 ή 1783 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και το 1783 ή 1784, βρέθηκε στις ερανικές αποστολές που έστειλε η Μονή Μαχαιρά στο εξωτερικό για συλλογή συνδρομών. Στο ταξίδι του στη Μολδοβλαχία, όπου συνόδευε τον Ηγούμενο Ιωαννίκιο και τον Οικονόμο της Μονής Μαχαιρά, τον θείο του Χαράλαμπο, γνώρισε τον Ηγεμόνα Βλαχίας Μιχαήλ Σούτσο, ο οποίος εντυπωσιασμένος από την οξυδέρκειά του, εκτίμησε τις αρετές του και τον κράτησε κοντά του για σπουδές. Τον βοήθησε να συμπληρώσει την εγκύκλιο παιδεία του στην εκεί ανώτερη σχολή, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, λογικής, φυσικής, κοσμογραφίας, ψυχολογίας, μεταφυσικής, ηθικής, αστρονομίας, μαθηματικών, χημείας, ιστορίας, γεωγραφίας και ξένων γλωσσών στην διάσημη Ηγεμονική Ακαδημία του Ιασίου Şcoala domnesçã.[4] Χειροτονήθηκε, επίσης, πρεσβύτερος και διορίστηκε εφημέριος στον ηγεμονικό ναό.

Στην Κύπρο επέστρεψε το 1802, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια παραμονής στην Μολδοβλαχία. Με τα χρήματα που είχαν συλλεχθεί απάλλαξε τη Μονή Μαχαιρά από τα χρέη, ενώ ταυτόχρονα διέθεσε ένα ποσό για τον εξωραϊσμό, και την ανακαίνιση της, καθώς και για την φιλοτέχνησή της με αξιόλογα κειμήλια από τη Μολδοβλαχία· εκκλησιαστικά σκεύη, εκκλησιαστικά και μουσικά βιβλία, πίνακες, προσωπογραφίες, κ.α. Την ίδια χρονιά διορίστηκε Οικονόμος της Μονής.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1804, και κατόπιν έγκρισης του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, ανέλαβε καθήκοντα Οικονόμου στην Αρχιεπισκοπή, και όλα τα εκκλησιαστικά και πολιτικά ζητήματα περνούσαν από τα χέρια του. Ήταν τον ίδιο χρόνο που ο Αρχιεπίσκοπος κατηγορήθηκε από τους Οθωμανούς της Λευκωσίας για τη μη πρόνοιά του για τη σιτάρκεια του τόπου. Εξεγέρθηκαν, μπήκαν στην Αρχιεπισκοπή, όπου κακοποίησαν τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, σκότωσαν Χριστιανούς και κατέλαβαν τη Λευκωσία. Ο Κυπριανός συνέβαλε σημαντικά στην καταστολή της εξέγερσης των αγάδων. Αποφασιστικός, δυναμικός και μορφωμένος, όχι μόνο χειρίστηκε την εκρηκτική κατάσταση του 1804 – κινώντας τους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίοι δάνεισαν χρήματα στην Αρχιεπισκοπή – αλλά και τα όσα ακολούθησαν. Έλαβε, έτσι, μέρος στις διαπραγματεύσεις για παράδοση των εξεγερθέντων και χειρίστηκε το ζήτημα των δαπανών του τουρκικού στρατεύματος, το οποίο είχε σταλεί στην Κύπρο από την Καραμανιά, για καταστολή του κινήματος.

Όταν μετά την εξέγερση επιβλήθηκε βαριά φορολογία για την κάλυψη των χρημάτων που είχε δανειστεί η Εκκλησία, φημολογήθηκε πως μαζεύτηκαν περισσότερα λεφτά από αυτά που απαιτούνταν, ενώ το πώς τα χειρίστηκε ο Κυπριανός είναι θέμα που ακόμη συζητείται. Πιθανολογείται πως κάποιο χρηματικό ποσό δόθηκε στους Τούρκους για εξαγορά του διατάγματος εξορίας του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, στην Εύβοια, ώστε να μείνει κενή η αρχιεπισκοπική θέση. Ενώ η παραπάνω άποψη έχει εμφανιστεί αρκετές φορές στην ιστοριογραφία, δεν φαίνεται να έχει τεκμηριωθεί από ιστορικές πηγές/έγγραφα. Ο Κωστής Κοκκινόφτας αναφέρει, δε, πως στενοί συγγενείς του εξόριστου Αρχιεπισκόπου «με σημαντικότερους τον γιο του … Μιχαήλ, και τον μικρανεψιό, μητροπολίτη Πάφου, διατήρησαν στενούς δεσμούς με τον Κυπριανό και τον ενίσχυσαν στις δραστηριότητές του.»[5] Επιπλέον, όταν, το 1815, στάλθηκαν δύο εκπρόσωποί της Υψηλής  Πύλης για να διερευνήσουν κατηγορίες για τυραννία και απληστία εναντίον του Κυπριανού, τίποτα δεν ανακαλύφθηκε. Αντιθέτως, οι Κύπριοι τον στήριξαν.[6]

Στις 30 Οκτωβρίου 1810 ο Κυπριανός χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος, σε ηλικία 48 ετών. Η άνοδός του στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο σηματοδότησε μια νέα περίοδο στα εκκλησιαστικά και πολιτικά πράγματα της Κύπρου. Ως Αρχιεπίσκοπος, ο Κυπριανός, αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τον λαό. «Δια σε η Εκκλησία καυχάται, η Κύπρος κομπάζει, η Ελλάς τιμάται, το Γένος λαμπρύνεται»,[7] έγραφε στον Κυπριανό ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων, σημαντική προσωπικότητα της ελλαδικής Εκκλησίας του 19ου ασιώνα· και πράγματι, το έργο του ήταν ποικιλόμορφο και, πέρα από τα πνευματικά του καθήκοντα, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα προβλήματα των Κυπρίων αγροτών. Μεγάλη βαρύτητα έδωσε στην παιδεία, χρηματοδοτώντας, το 1811, την ίδρυση της Ελληνικής Σχολής, μετέπειτα Παγκύπριο Γυμνάσιο, «ακολουθώντας το παράδειγμα των άλλων ελληνικών νησιών»,[8] όπως ο ίδιος ανέφερε στην Ιδρυτική Πράξη, καθώς και την Ελληνική Σχολή Λεμεσού το 1819.

Παρόλο που ο ίδιος είχε προσωπική επικοινωνία με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, συναντήθηκε με Φιλικούς και μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το 1818 ή το 1819, μυώντας, με τη σειρά του, κι άλλους Κύπριους πρόκριτους, αποφάσισε πως δεν ήταν σοφό να λάβει η Κύπρος ενεργά μέρος στην Επανάσταση. Αντ’ αυτού περιόρισε τη συμβολή του νησιού σε υλική βοήθεια. Αυτό δεν εμπόδισε την Πύλη από το να διατάξει τον Διοικητή της Κύπρου, Κουτσιούκ Μεχμέτ να θανατώσει τον Αρχιεπίσκοπο, μαζί και τους Επισκόπους και άλλους προύχοντες του νησιού.

Την 9η Ιουλίου 1821 οι Πύλες της Λευκωσίας έκλεισαν νωρίτερα. Πρώτοι καρατομήθηκαν οι τρεις Επίσκοποι· o Πάφου Χρύσανθος, o Κιτίου Μελέτιος και ο Κυρηνείας Λαυρέντιος. Το ίδιο απόγευμα, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απαγχονίστηκε σε μία συκαμινιά στο Σεράγιο, αφού πρώτα προσευχήθηκε και ευλόγησε το σχοινί που θα του έπαιρνε τη ζωή. Τα λείψανά τους, όπως κι αυτά των υπόλοιπων αρχιερέων που έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα, θαφτήκαν πίσω από το ιερό Βήμα του ναού της Φανερωμένης στη Λευκωσία, από Χριστιανούς που τα περισυνέλεξαν την ίδια νύχτα. Το 1873, τα λείψανα φυλάχτηκαν σε κτιστό τάφο κάτω από το άγιο Βήμα, ενώ το 1930 ανεγέρθηκε το μαρμάρινο κενοτάφιο, το Μαυσωλείο των Εθνομαρτύρων, στον περίβολο του ναού, όπου και μεταφέρθηκαν και βρίσκονται μέχρι σήμερα.

Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε γράψει στο Ιδρυτικό Έγγραφο της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας: «Θνήσκε υπέρ πίστεως και μάχου υπέρ πατρίδος … καθότι οι υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζόμενοι, και υπό Θεού σταφανούνται, και παρά τοις ανθρώποις εγκωμιάζονται.»[9] Πόσο προφητική υπήρξε αυτή η προτροπή του.

 

[1] Βλ. Κοκκινόφτας, Κωστής, «Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός (1810-1821). Το Ζήτημα της Καταγωγής του», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σσ. 561-6.

[2] Πατέρες Ιεράς Μονής Μαχαιρά (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2008), σ. 276.

[3] Χωρεπίσκοπος Αμαθούντος Νικόλαος, «Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός ως Πνευματικό Τέκνο της Ιεράς Μονής Μαχαιρά» στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σ. 135.

[4] Στο ίδιο, σ. 136.

[5] Κωστής Κοκινόφτας, «Σχέσεις Κυπριανού και Οικογένειας των Χρυσανθέων», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σ. 200.

[6] Ibid., σσ. 206-7.

[7] «Επιστολή Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων προς Κυπριανόν, 21 Αυγούστου 1816», Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, Αρχείον Κειμένων (Λευκωσία: Εκδόσεις Ιεράς Μονής Μαχαιρά, 2009), σ. 241.

[8] Παναγιώτης Κ. Περισάνης, Αναφορά στον Κυπριανό (Λευκωσία: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 2012), σσ. 50-1.

[9] Νίκος Ορφανίδης, «Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού: ‘Το Ιδρυτικόν Έγγραφον της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας’», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σ. 592.

 

Βιβλιογραφία:

Γεωργής, Γιώργος, «Η Ιερά Μονή Μαχαιρά στα Πρώτα Χρόνια της Αγγλοκρατίας. Ακμή και Δοκιμασία – Η πυρκαγιά του 1892. Η Σωτηρία της Ιστορικής Εικόνας της Θεοτόκου και της Προσωπογραφίας του Κυπριανού», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σσ. 71-132

«Επιστολή Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων προς Κυπριανόν», Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, Αρχείον Κειμένων (Λευκωσία: Εκδόσεις Ιεράς Μονής Μαχαιρά, 2009)

Κοκκινόφτας, Κωστής, «Σχέσεις Κυπριανού και Οικογένειας των Χρυσανθέων», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σσ. 189-214

Κοκκινόφτας, Κωστής, «Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός (1810-1821). Το Ζήτημα της Καταγωγής του», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σσ. 561-6

Ορφανίδης, Νίκος, «Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού: ‘Το Ιδρυτικόν Έγγραφον της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας’», στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σσ. 589-603

Παναγιώτης Κ. Περισάνης, Αναφορά στον Κυπριανό (Λευκωσία: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Λευκωσίας, 2012)

Πατέρες Ιεράς Μονής Μαχαιρά (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2008)

Χωρεπίσκοπος Αμαθούντος Νικόλαος, «Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός ως Πνευματικό Τέκνο της Ιεράς Μονής Μαχαιρά» στο Οικονόμος Παρασκευάς Αγάθωνος (επιμ.), Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός. Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος (Λευκωσία: Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Μαχαιρά, 2012), σσ. 133-41.

Cobham, Claude D., Excerpta Cypria. Materials for a History of Cyprus (Cambridge: Cambridge University Press, 1908).