Η Σφαγή της Χίου και ο Ευγένιος Ντελακρουά

Της Ιλιάνας Κουλαφέτη

Στις 30 Μαρτίου 1822, η Χίος βίωσε ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια στην ιστορία του Αγώνα: τη σφαγή χιλιάδων κατοίκων της ως αντίποινα για την κήρυξη της Επανάστασης στο νησί από τον Σάμιο Λυκούργο Λογοθέτη. Η αγριότητα της κτηνωδίας που παρέσυρε στο αίμα άμαχο πληθυσμό, μητέρες και παιδιά, υπήρξε γεγονός με τεράστια απήχηση στις ευρωπαϊκές χώρες, ενισχύοντας το ήδη υπάρχον φιλελληνικό αίσθημα.

Ένα χρόνο πριν, η έκρηξη της επανάστασης, βρήκε το πολυπληθές χριστιανικό στοιχείο της Χίου να ευημερεί, με ισχυρό στόλο, εμπόριο και διπλωματία, ικανότητες που συνέβαλαν στο να κυριαρχούν ελεύθερα στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Ως εκ τούτων, η έκρηξη επανάστασης ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία, εκ μέρους των προκρίτων του νησιού, δεν θεωρείτο δεδομένη. Παρόλα αυτά, τον Απρίλιο του 1821 ο Νεόφυτος Βάμβας επιχείρησε να εξεγείρει τον λαό εναντίον της Πύλης, ωστόσο, η εκστρατεία του περιορίσθηκε πριν ολοκληρωθεί, καθώς ήταν έκδηλη η απειρία του χιώτικου λαού στα όπλα και τον πόλεμο και ο κίνδυνος στον οποίο επρόκειτο να εκτεθεί το νησί, θα ήταν ολοκληρωτικός.

Η παρουσία του ελληνικού στόλου στο νησί, ενάντια στην οθωμανική διοίκηση, δεν έληξε χωρίς αντόποινα εις βάρος της Χίου εκ μέρους της Πύλης. Λαμβάνοντας μέτρα, οι Οθωμανοί αιχμαλώτισαν σε φρούρια μερικούς από τους πρόκριτους και τους κάτοικους των Μαστιχοχωρίων, αφόπλισαν τον πληθυσμό και εγκατέστησαν στρατιωτική δύναμη στο νησί και χίλιοι περίπου άτακτοι, οι οποίοι λεηλατούσαν το νησί ανηλεώς. Η πάλαι πότε σχεδόν αυτόνομη Χίος, είχε χάσει τη γαλήνη που την βοηθούσε να ευημερεί και ένα μεγάλο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμού, καθώς κάποιοι αιχμαλωτίστηκαν ενώ άλλοι διέφυγαν στην Πελοπόννησο.

Οι λεηλασίες ωστόσο, και η καταπάτηση της νήσου, ώθησαν τον Χιώτη Αντώνιο Μπουρνιά, να ζητήσει βοήθεια από τον Σάμιο Λυκούργο Λογοθετή για την από κοινού τους εκστρατεία.

Το απόγευμα της 10ης Μαρτίου 1822, ο Λυκούργος Λογοθέτης, αποβιβάστηκε στη Χίο με στρατό 1500 αντρών, παρασύροντας με επιτυχία τους ντόπιους στον ξεσηκωμό, οι οποίοι ωστόσο, φανερά άπειροι στις πολεμικές επιχειρήσεις, υποδέχτηκαν τον Σάμιο οπλαρχηγό κραδαίνοντας ξύλα, αντί όπλων. Την ίδια μέρα πραγματοποιήθηκε δοξολογία υπέρ της ελευθερίας του νησιού

Με απόσταση μόλις δύο μίλια από τη μικρασιατική ενδοχώρα, το μαντάτο του ξεσηκωμού της Χίου δεν άργησε να φτάσει στην Πύλη. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ θεωρώντας τον ξεσηκωμό ως ύστατη προσβολή στα προνόμια που είχε παράσχει στο νησί, και τα οποία έφταναν το καθεστώς αυτονομίας, διέταξε την άμεση φυλάκιση του χιωτικού πληθυσμού της Πόλης και τον αποκεφαλισμό 60 από αυτούς, ως αντίποινα, ενώ ταυτόχρονα, έδινε εντολή στον Καρά-Αλή πασά να καταπλεύσει στο νησί και να τιμωρήσει παραδειγματικά τους «αχάριστους» εξεγερθέντες.

Στις 30 Μαρτίου 1822 ο καρά-Αλής, μετά από έντονο κανονιοβολισμό εναντίον του νησιού, αποβίβασε 7,000 άνδρες και με ιδιαίτερη ευκολία κατέστειλε την ανοργάνωτη εξέγερση. Σε αυτό συνέβαλαν οι έριδες για την αρχηγία μεταξύ Μπουρνιά και Λογοθέτη καθώς επίσης και ο κακός και πρόχειρος σχεδιασμός της. Η καταστροφή της Χίου επρόκειτο να είναι ολοκληρωτική και βάναυση. Ο Καρά-Αλής, έμπλεος οργής, πυρπόλησε τα χωριά και την πρωτεύουσα του νησιού και κατόπιν επιδόθηκε σε ανήκουστες σφαγές, ενώ όσοι γλίτωσαν κατέληξαν δούλοι προς πώληση στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.

Η τραγωδία της Χίου κατείχε στοιχεία σαδισμού. Περιγράφει χαρακτηριστικά ο Διονύσιος Α. Κόκκινος, στον δεύτερο τόμο της σειράς «Ελληνική Επανάσταση»:

Ενώ οι κάτοικοι της Χίου έτρεχαν προς τα δυτικά παράλια απηλπισμένοι και ζητούντες ματαίος μέσα προς αναχώρησιν, ο Τούρκος ναύαρχος, μη αρκούμενος εις τας κατά τας πρώτας ημέρας του Απριλίου σφαγάς και διαρπαγάς και εις το ότι έγινε κύριος της νήσου και διεσκόρπισε τους επαναστάτας, απεφάσισε να εξοντώση εντελώς τους Χίους. […] Δεν έμεινεν μέσο θανατώσεως που δεν εχρησιμοποιήθει. Άλλους κατεσπάθιζαν και διεμέλιζαν, άλλους εμαχαίρωναν, άλλους εκτυπούσαν με ρόπαλα και άλλους απηγχόνιζαν εκεί που ημπορούσαν να δέσουν ένα σχοινί. Δεν επυροβολούντο παρά μόνον εκείνοι που επροσπαθούσαν να σωθούν διά της φυγής. Αλλά ο αδιάκοπος φόνος και η αιματοχυχσία προκαλούν την μέθην των εγκληματιών. Οι Τούρκοι δεν ηρκούντο εις τους συνήθεις τρόπους του φόνου. Ήρχισαν να θανατώνουν τα θύματα των με ανήκουστα βασανιστήρια, με ακρωτηριασμούς, με φοβερά κτυπήματα. Αι γυναίκες εξήπταν περισσότερον τους διώκτας των και υφίσταντο λιπόθυμοι τας κτηνώδεις επιθέσεις των, χωρίς με τούτο έπειτα να τους χαρίζεται η ζωή[1].

Tα γεγονότα της Χίου προκάλεσαν αίσθηση οργής σε όλη την Ευρώπη και αίσθημα αλληλεγγύης προς την ελληνική προσπάθεια για ελευθερία, σχεδόν σε όλη την ήπειρο. Το κίνημα του Φιλελληνισμού, ενισχύθηκε και αναζωπυρώθηκε σημαντικά λαμβάνοντας πολιτικές διαστάσεις μετά τη σφαγή της Χίου, με πιο γνωστό ίσως εκφραστή του τον ζωγράφο Ευγένιο Ντελακρουά, ο οποίος βλέπει στον αγώνα της Ελλάδας τη μάχη του ανθρώπινου πολιτισμού και πνεύματος ενάντια στην αδικία και τη βαρβαρότητα.

Γράφει χαρακτηριστικά στο ημερολόγιό του: «Όταν οι Τούρκοι βρίσκουν τραυματίες στο πεδίο της μάχης ή και αιχμαλώτους τους λένε: Nava boy (Μη φοβάστε), και χτυπώντας τους κατά πρόσωπο με τη λαβή του σπαθιού τους για να χαμηλώσουν το κεφάλι, τους το κόβουν» (Ημερολόγιο, 5 Σεπτεμβρίου 1822, τομ. Ι, σελ. 5)[2].

Τα έργα του Σφαγές της Χίου, μεταξύ πόλων των έργων που αποτελούν έργο έμπνευσης από τον αγώνα της Ελλάδας για ελευθερία, αποδεικνύουν περίτρανα το ενδιαφέρον του ρομαντικού Γάλλου ζωγράφου, για τον αγώνα αυτό. Σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Αποφάσισα να κάνω για το Salon σκηνές από τις Σφαγές της Χίου (Ημερολόγιο, τομ. 1, σελ. 32)[3]. Πράγματι ο πίνακάς του είχε μεγάλη απήχηση και χάρισε στον Ντελακρουά το δεύτερο βραβείο και την ύψιστη καταξίωση, όταν το κράτος αγόρασε τον πίνακά του για το ποσό των 6,000 φράγκων[4].

Σύμφωνα με την Arlette Serullaz, Γενική Επιμελήτρια του Τμήματος Σχεδίων του Μουσείου Λούβρου και Υπεύθυνη του Εθνικού Μουσείου Ντελακρουά, στο πρώτο έργο του Ντελακρουά με τίτλο «Σπουδή για τη Σφαγή της Χίου», μία υδατογραφία που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι:

[…] το έργο είναι άμεσα εμπνευσμένο, όπως διευκρινίζεται στον κατάλογο της έκθεσης, «από τις διάφορες αφηγήσεις και τις εφημερίδες της εποχής». Η υδατογραφία που παρουσιάζεται εδώ, με την αξιοθαύμαστη αρμονία ανάμεσα στους έντονους τόνους του κόκκινου και του μπλε, αποτελεί μια πολύ διαφορετική εκδοχή της μνημειώδους τελικής σύνθεσης. Στα δεξιά, η νεαρή μητέρα που κοιτάζει το νεκρό παιδί της θα αντικατασταθεί από μία ηλικιωμένη γυναίκα που κάθεται δίπλα στυο πτώμα μιας νέας γυναίκας με ένα παιδί στο στήθος. Επίσης, ο επιβλητικός λόφος που υψώνεται φράσσοντας τον ορίζοντα, θα αντικατασταθεί από μία αχανή πεδιάδα που κυκλώνεται από τη θάλασσα[5].

Αν και οι τολμηρές εικόνες του Ντελακρουά προκάλεσαν ανάμεικτα αισθήματα, τόσο οργής όσο και θαυμασμού, με τους Γάλλους κλασικούς να ξεσηκώνονται ενάντια στην ωμή απεικόνιση της πραγματικότητας, χωρίς ίχνος μεγαλοπρέπειας, η Σφαγή της Χίου κατέστησε τον Ντελακρουά τον απόλυτο υμνητή του ελληνικού αγώνα, αφήνοντας στην ανθρωπότητα ένα πίνακα που φανερώνει με ειλικρίνεια την τραγωδία της Χίου.

[1] Διονύσιος Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάσταση, Μέλισσα, Αθήνα 1974, σελ. 619-620

[2] Κατσανάκη Μαρία (επ.), Η Ελληνική Επανάσταση, ο Ντελακρουά και οι Γάλλοι ζωγράφοι 1815 – 1848, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου, Αθήνα 1997, σελ. 49

[3] Στο ίδιο, σελ. 49

[4] Στο ίδιο, σελ. 50

[5] Στο ίδιο, σελ. 132-133